Τι θα μπορούσε να σημαίνει η αναθέρμανση των σχέσεων Αιγύπτου-Τουρκίας για την Μέση Ανατολή


The New Arab – 29.04.2021

Νωρίτερα τον Απρίλιο, η Τουρκία ανακοίνωσε ότι ο υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου θα πραγματοποιήσει επίσκεψη στο Κάιρο τον επόμενο μήνα. Το ταξίδι μπορεί να είναι η αρχή ενός νέου κεφαλαίου στις σχέσεις Τουρκίας-Αιγύπτου που θα μπορούσε, επίσης, να ανοίξει το δρόμο για αλλαγές στην ευρύτερη περιοχή.

Οι συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών σε επίπεδο πληροφοριών ξεκίνησαν το περασμένο καλοκαίρι, αλλά αναπτύχθηκαν διπλωματικά τον Μάρτιο, όταν πραγματοποιήθηκαν τα πρώτα πραγματικά βήματα για την εξομάλυνση των δεσμών που είχαν αποκοπεί εντελώς από το πραξικόπημα της Αιγύπτου τον Ιούλιο του 2013.

Η θαλάσσια συμφωνία της Αιγύπτου με την Ελλάδα το περασμένο καλοκαίρι, η οποία καθόρισε την μερική οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων μεταξύ των δύο χωρών, έδειξε στην Άγκυρα ότι το Κάιρο σέβεται την τουρκική υφαλοκρηπίδα, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή για συμφιλίωση, η οποία ξεκίνησε με μια διαδικασία επικοινωνίας μεταξύ των αντίστοιχων υπηρεσιών πληροφοριών τους.

Ανεξάρτητα από το ποιος έκανε το πρώτο βήμα, το λιώσιμο του πάγου μεταξύ της Αιγύπτου και της Τουρκίας θα επεκταθεί αναπόφευκτα σε άλλους τομείς στους οποίους και οι δύο χώρες διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο, τόσο σε περιφερειακό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Στη Λιβύη, η Τουρκία και η Αίγυπτος υποστηρίζουν δύο διαφορετικές πλευρές στην σύγκρουση. Η Άγκυρα έπαιξε σημαντικό και αποφασιστικό ρόλο στον τερματισμό της πολιορκίας της πρωτεύουσας, Τρίπολης, και βοήθησε να γείρει η ισορροπία δυνάμεων υπέρ της κυβέρνησης της Εθνικής Συμφιλίωσης (GNA).

Η άμεση στρατιωτική παρέμβαση της Αιγύπτου υπέρ του κοινοβουλίου της Λιβύης στο Τομπρούκ και του στρατηγού Khalifa Haftar, εν τω μεταξύ, βοήθησαν να ηρεμήσει η σύγκρουση, οδηγώντας στην υπογραφή γενικής κατάπαυσης του πυρός και τελικά στον σχηματισμό κοινής κυβέρνησης της Λιβύης με επικεφαλής τον Abdul Hamid Dbeibeh και τον Mohamed al-Menfi ως επικεφαλής του Προεδρικού Συμβουλίου της Λιβύης.

Φυσικά, αυτά τα θετικά βήματα δεν σημαίνουν καθόλου το τέλος της σύγκρουσης, όπως φαίνεται στην ετήσια εκτίμηση απειλών των ΗΠΑ που κυκλοφόρησε νωρίτερα αυτό το μήνα από την αμερικανική κοινότητα πληροφοριών. Η έκθεση προειδοποιεί ότι ο εμφύλιος πόλεμος της Λιβύης θα συνεχιστεί καθ ‘όλην την διάρκεια του 2021 παρά την πολιτική πρόοδο και ότι η σύγκρουση μπορεί ακόμη και να κλιμακωθεί. Η πορεία των γεγονότων στην Λιβύη θα μπορούσε, ωστόσο, να συνδέεται στενά με τα αποτελέσματα των συνεχιζόμενων τουρκο-αιγυπτιακών συνομιλιών.

Το Κάιρο, μέσω της στρατιωτικής του παρουσίας στην ανατολική Λιβύη, είναι σε θέση να ελέγξει τις εξελίξεις εκεί και ο σημαντικός τουρκικός ρόλος στην Τρίπολη μπορεί να μειώσει το επίπεδο τυχόν εντάσεων που ενδέχεται να προκύψουν. Επομένως, οι δύο χώρες έχουν την δυνατότητα να προωθήσουν μια πολιτική λύση, προστατεύοντας παράλληλα τα συμφέροντά τους επιτόπου, με τρόπο που κανένας άλλος περιφερειακός ή ευρωπαϊκός φορέας που εμπλέκεται στην Λιβύη δεν θα μπορούσε να κάνει.

Σύμφωνα με αξιωματούχους των δύο χωρών, τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ Αιγύπτου και Τουρκίας αποτελούν προτεραιότητα και αφετηρία στις συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών. Αυτό το ζήτημα και οι συνέπειές του θα αντικατοπτρισθούν στις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και πιο συγκεκριμένα στην Αθήνα.

Μετά την ανακοίνωση της έναρξης των διπλωματικών συνομιλιών μεταξύ των δύο χωρών, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών επισκέφθηκε τον Αιγύπτιο ομόλογό του τρεις φορές, ενώ ο Έλληνας πρωθυπουργός συναντήθηκε επίσης με τον Πρόεδρο Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι στο Κάιρο. Αυτές οι διαδοχικές επισκέψεις καταδεικνύουν το άγχος και τον φόβο της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης σχετικά με τον αντίκτυπο αυτής της προσέγγισης στον χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου.

Οποιαδήποτε τουρκο-αιγυπτιακή συμφωνία για απευθείας θαλάσσια σύνορα μεταξύ τους θα έχει τρεις επιπτώσεις. Η πρώτη είναι ότι μια νέα συμφωνία, μετά το μνημόνιο κατανόησης με την Τρίπολη στα τέλη του 2019, θα υποστηρίζει το τουρκικό αφήγημα για τα θαλάσσια δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο. Το δεύτερο είναι ότι δεν θα υπάρχουν θαλάσσια σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, ενώ το τρίτο είναι το αναπόφευκτο τουρκικού ρόλου στο έργο του αγωγού Eastmed για την μεταφορά φυσικού αερίου από το Ισραήλ στη νότια Ευρώπη.

Αυτή η νέα πραγματικότητα δεν θα γίνει αποδεκτή από την Αθήνα, η οποία θα την απορρίψει, όπως έκανε και με το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο. Στην συνέχεια, η Ελλάδα θα προσπαθήσει να αυξήσει το επίπεδο των εντάσεων στην Ανατολική Μεσόγειο για να υποστηρίξει τνη θέση της.

Επιπλέον, είναι πιθανό ότι οι ελληνο-αιγυπτιακές σχέσεις θα εξασθενήσουν μετά από οποιαδήποτε προσέγγιση της Τουρκίας-Αιγύπτου. Το γεγονός ότι η Αίγυπτος δεν προσκλήθηκε σε πρόσφατη κοινή συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Κύπρου, Ελλάδας, ΗΑΕ και Ισραήλ συμβολίζει κατά μία έννοια ότι αυτή η αρνητική ατμόσφαιρα έχει ήδη ξεκινήσει.

Στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, οι εντάσεις αυξήθηκαν σε ευαίσθητες περιοχές μετά την άφιξη του Τζο Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο, καθώς οι ρουκέτες και τα αεροσκάφη της Χούτι έπληξαν το έδαφος του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας, από την πρωτεύουσα Ριάντ έως τον Τζιζάν στο νότο. Ο σκιώδης πόλεμος Ιράν-Ισραήλ κλιμακώθηκε επίσης στη θάλασσα, με τη δυνατότητα μιας δραματικής επέκτασης, ειδικά μετά την επίθεση του Ισραήλ στον πυρηνικό αντιδραστήρα του Ιράν στο Natanz. Εν τω μεταξύ, εκκρεμούν πυρηνικές συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ, Ευρώπης και Ιράν.

Αυτή η περίπλοκη κατάσταση θα επηρεαστεί άμεσα από την τουρκο-αιγυπτιακή προσέγγιση. Η Σαουδική Αραβία, η οποία κάνει τα δικά της βήματα προς την εξομάλυνση με την Άγκυρα, θα ενθαρρυνθεί περισσότερο να αποκαταστήσει τις σχέσεις με την Τουρκία λόγω της ανάγκης για στρατιωτική υποστήριξη, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση στην Υεμένη και τις εντάσεις με την Τεχεράνη. Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, η Τουρκία δήλωσε ότι επιδιώκει να διορθώσει τις σχέσεις με το Ριάντ, προσθέτοντας ακόμη και ότι σέβεται την απόφαση ενός σαουδαραβικού δικαστηρίου σχετικά με τη δολοφονία του Τζαμάλ Κασόγκι, υποδηλώνοντας μια αλλαγή στον τόνο για τις διμερείς σχέσεις.

Καθώς η περιοχή αρχίζει να βλέπει την ανοικοδόμηση νέων συμμαχιών, ξεκινώντας με την ομαλοποίηση μεταξύ των ΗΑΕ και του Ισραήλ, οι οποίες ενδέχεται να επεκταθούν ώστε να συμπεριλάβουν το Μπαχρέιν και την Σαουδική Αραβία, η ένταξη της Άγκυρας στη συμμαχία θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στην εξίσωση της σύγκρουσης με την Τεχεράνη στην περιοχή. Σε αυτό το σενάριο, το σημείο εκκίνησης θα είναι η εξομάλυνση των σχέσεων Τουρκίας-Αιγύπτου.

Σίγουρα, τα τρέχοντα βήματα που ακολουθούν η Άγκυρα και το Κάιρο είναι σημαντικά για την έναρξη της διαδικασίας. Ωστόσο, είναι ακόμη πολύ νωρίς για να προβλέψουμε το μέλλον αυτών των συνομιλιών, καθώς οι θέσεις και των δύο πρωτευουσών είναι από πολλές απόψεις αντίθετες. Επιπλέον, οι σύμμαχοι του Καΐρου – από το Αμπού Ντάμπι έως στην Αθήνα – ανησυχούν για τυχόν επαναπροσέγγιση, καθώς θα μπορούσε να υπονομεύσει τα στρατηγικά τους σχέδια.

Η επίσκεψη του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών στο Κάιρο τον Μάιο θα μπορούσε να είναι καθοριστική⋅ θα μπορούσε είτε να είναι το κλειδί για τον τερματισμό της διαφοράς, είτε θα μπορούσε να σταματήσει εντελώς την πρόοδο.

Όλα αυτά γίνονται υπό την σκιά μιας νέας αμερικανικής κυβέρνησης η οποία είχε αρνητική άποψη για την Τουρκία από την εποχή της κυβέρνησης Ομπάμα και δεν συμφωνεί με το αιγυπτιακό καθεστώς. Αυτή η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ένα σημαντικό κίνητρο που θα μπορούσε επίσης να ωθήσει την Άγκυρα και το Κάιρο πιο κοντά.