Ένα νέο κεφάλαιο στη στρατιωτική στρατηγική της Ελλάδας για τη Μέση Ανατολή


The New Arab – 17.02.2021
“Ενάντια στον ιρανικό άξονα, σχηματίστηκε μια ηχηρή και ισχυρή περιφερειακή συμμαχία. Η Ελλάδα, η Κύπρος, η Αίγυπτος, η Ιορδανία, οι χώρες του Κόλπου και το κράτος του Ισραήλ είναι μέλη αυτής της συμμαχίας.”

Η δήλωση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου του ισραηλινού στρατού, Αβίβ Κοχάβι, λίγες μέρες μετά την ορκωμοσία του Τζο Μπάιντεν, έστειλε έμμεσο μήνυμα στην Ουάσινγκτον και μια πιο άμεση προειδοποίηση στην Τεχεράνη. Αυτό που ήταν εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι τοποθέτησε την Ελλάδα στην κορυφή της λίστας.

Η Αθήνα έχει μακρά ιστορία ανάπτυξης αμυντικού εξοπλισμού, ειδικά μετά την κυπριακή κρίση στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εκείνη την εποχή επέλεξαν την ουδετερότητα στην αρχή και στη συνέχεια έκλιναν προς την τουρκική πλευρά.

Οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν τους αμυντικούς εξοπλισμούς περισσότερο ως διπλωματικό χαρτί παρά ως επέκταση της στρατιωτικής τους πολιτικής, δεδομένης της συμμετοχής της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και της μονοπολικής διεθνούς ηγεσίας των ΗΠΑ, ενώ κατά την πρόσφατη οικονομική κρίση οποιοδήποτε πρόγραμμα όπλων ήταν ουσιαστικά μηδενικό. Επιπλέον, η Ελλάδα στο παρελθόν απέφυγε να εμπλακεί σε περιφερειακές ή διεθνείς συγκρούσεις.

Αλλά αυτό φαίνεται να έχει αλλάξει σημαντικά κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια. Η κυβέρνηση έχει ακολουθήσει μια διαφορετική διπλωματική στρατηγική και την ενίσχυσε με μια σειρά στρατιωτικών συμφωνιών, από αγορές όπλων έως κοινά αμυντικά σύμφωνα, ξεκινώντας μια νέα φάση για την Αθήνα στην περιοχή – από το Αιγαίο Πέλαγος έως τα ζεστά νερά του Κόλπου.

Στα τέλη του περασμένου μήνα, σε μια προγραμματισμένη επίσκεψη στην Αθήνα, η Γαλλίδα υπουργός Άμυνας Φλωράνς Παρλί υπέγραψε συμφωνία για την πώληση 18 αεροσκαφών Rafale πέμπτης γενιάς στην Ελλάδα για 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ (3,04 δισεκατομμύρια δολάρια). Αυτή η συμφωνία, η οποία είναι η μεγαλύτερη από τις αρχές αυτού του αιώνα για την Ελλάδα, έχει μεγάλη σημασία και για τις δύο πλευρές. Για το Παρίσι, στη σκιά των κρίσεων που ξεκινούν από το Brexit έως το επαναλαμβανόμενο κλείσιμο γαλλικών πόλεων λόγω της πανδημίας, αυτή η στρατιωτική συμφωνία αποτελεί θετική εξέλιξη.

Για την Αθήνα, από γεωπολιτική άποψη, αυτή η συμφωνία είναι σύμφωνη με τη νέα στρατηγική της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία ξεκίνησε στις αρχές του περασμένου έτους και κατέστη πιο απαραίτητη λόγω του υψηλού επιπέδου έντασης με την Τουρκία το περασμένο καλοκαίρι. Αλλά ο πιο σημαντικός σταθμός που ώθησε την Αθήνα στην στρατιωτικοποίηση δεν ήταν στο Παρίσι, αλλά στο Αμπού Ντάμπι, με την υπογραφή κοινής συμφωνίας αμυντικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών τον Νοέμβριο του 2020.

Μια ανάλυση της σύγκρουσης στη Λιβύη αποκαλύπτει τους λόγους για την έναρξη αυτής της νέας φάσης για το ελληνικό στράτευμα. Το μνημόνιο συμφωνίας μεταξύ της Άγκυρας και της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας (GNA) στην Τρίπολη, που υπεγράφη στο τέλος του 2019, ήταν η πρώτη σπίθα αλλαγής που διαμόρφωσε τον δρόμο της Αθήνας και τις πολιτικές και στρατιωτικές της προτεραιότητες. Σε μια καθαρά συναισθηματική πράξη εκδίκησης εναντίον της Άγκυρας, η Αθήνα άνοιξε τις πύλες της στον στρατηγό Khalifa Haftar, χωρίς να έχει σημαντικά οφέλη.

Ο Χάφταρ, που υποστηρίχθηκε κυρίως από το Αμπού Ντάμπι, αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ Ελλάδας και ΗΑΕ, ανοίγοντας μια νέα εποχή συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. Ωστόσο, μια λογική ανάγνωση αυτής της δυναμικής καθιστά σαφές ότι τα κοινά συμφέροντα μεταξύ της Αθήνας και του Αμπού Ντάμπι και η κοινή εχθρότητα απέναντι στην Άγκυρα δεν είναι επαρκείς λόγοι για την επίτευξη συμφωνίας για κοινή στρατιωτική άμυνα, ειδικά για την ελληνική πλευρά.

Το αμυντικό σύμφωνο έχει δύο όψεις. Παρέχει περισσότερη προστασία στα ΗΑΕ, υπό τη σκιά μιας δυσμενούς ατμόσφαιρας στον Κόλπο για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τις πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από την Τεχεράνη, οι οποίες εξαπλώνονται στο Ιράκ, τη Συρία και την Υεμένη και απειλούν συνεχώς να επιτεθούν στο Αμπού Ντάμπι και το Ντουμπάι.

Για την ελληνική πλευρά, η συμφωνία θέτει την Αθήνα στη μέση μιας σύγκρουσης που διαρκεί περισσότερο από μισό αιώνα και την καθιστά εχθρό του Ιράν και των πολιτοφυλακών του, κάτι που συνιστά πολιτική αφέλεια εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης που προέρχεται από άγνοια των περιφερειακών ιδιαιτεροτήτων.

Όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης στα μέσα Ιουλίου, το πιο σημαντικό ερώτημα στους διαδρόμους της ελληνικής διπλωματίας ήταν αν η Ελλάδα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει την Τουρκία σε οποιαδήποτε πιθανή σύγκρουση, παρά το γεγονός ότι οι πιθανότητες να οδηγηθούν οι δύο χώρες σε πόλεμο ήταν σχεδόν μηδενικές ως μέλη του ΝΑΤΟ.

Αυτή η λογική, ωστόσο, δεν εμπόδισε την τρέχουσα ελληνική κυβέρνηση να διαβάσει τα γεγονότα διαφορετικά και να υιοθετήσει μια πιο επιθετική και αντιφατική στρατιωτική στρατηγική επιλέγοντας να αναπτύξει τις επιχειρησιακές δυνατότητες του ελληνικού στρατού, προχωρώντας σε συμφωνίες για την προμήθεια γαλλικών αεροσκαφών Rafale και την κατασκευή εκπαιδευτικού αεροδρομίου αξίας 1,6 δισεκατομμυρίων δολ. με το Ισραήλ. Επιπλέον, η Ελλάδα έχει δηλώσει δημοσίως ότι ενδιαφέρεται να αποκτήσει  μαχητικά αεροσκάφη F-35 από τις ΗΠΑ. Ποια είναι λοιπόν η λογική πίσω από αυτήν τη στρατηγική;

Πρώτον, κατά την διάρκεια των γεγονότων του περασμένου καλοκαιριού στην ανατολική Μεσόγειο, ο ελληνικός στρατός πέρασε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η οποία διήρκεσε περίπου δύο μήνες, για πρώτη φορά αυτόν τον αιώνα. Αυτό προκάλεσε συζητήσεις εντός του στρατεύματος και της κυβέρνησης σχετικά με τις δυνατότητες της Ελλάδας έναντι του δεύτερου μεγαλύτερου στρατού του ΝΑΤΟ, της Τουρκίας. Αυτή η πραγματικότητα οδήγησε στην υιοθέτηση μιας νέας στρατιωτικής στρατηγικής για την Αθήνα, η οποία θεώρησε ότι η Ουάσιγκτον κινείται προς αυστηροποίηση της πολιτική της έναντι της Άγκυρας, είτε με τον Τραμπ να παραμένει στο αξίωμα είτε με την άφιξη του Μπάιντεν.

Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα, Geoffrey Pyatt, έπαιξε βασικό ρόλο στην ενθάρρυνση της ελληνικής κυβέρνησης να προετοιμαστεί για μια εποχή που η Άγκυρα θα είχε λιγότερη περιφερειακή και διεθνή επιρροή. δεν μπορεί να αγνοηθεί, επίσης, η προσωπική επιθυμία του ίδιου του Έλληνα πρωθυπουργού να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην περιοχή και να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή. Για να το επιτύχει αυτό, ο ελληνικός στρατός θα πρέπει να ενισχυθεί προκειμένου να κερδίσει περισσότερο σεβασμό ως ένας σημαντικός παίκτης.

Η αναθέρμανση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Σαουδικής Αραβίας θα μπορούσε να έχει θετικό αντίκτυπο στη  σχέση της Άγκυρας με τα ΗΑΕ. Ως εκ τούτου, οι σύμμαχοι της Αθήνας, στον οποίο βασίζεται για να αλλάξει τη στρατιωτική της πολιτική, ίσως χρειαστεί να επιλέξουν μεταξύ της Τουρκίας ως ισχυρού παράγοντα στην περιοχή και την Ελλάδα, η οποία μόλις μόλις τώρα άρχισε να παίζει παρόμοιο ρόλο.

Η Ουάσιγκτον υπήρξε, και συνεχίζει να είναι, ο μόνος παίκτης που καθορίζει το μέλλον της σύγκρουσης στην ανατολική Μεσόγειο, αλλά η ατμόσφαιρα στον Λευκό Οίκο είναι ασαφής σχετικά με τα μελλοντικά του σχέδια σχετικά με τις εντάσεις στην περιοχή. Ο Μπάιντεν έχει πολλά περίπλοκα ζητήματα μπροστά του, το σημαντικότερο από τα οποία είναι το Ιράν και η πυρηνική συμφωνία, ενώ το ζήτημα των S-400 θα βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας στις συνομιλίες ΗΠΑ-Τουρκίας, θέτοντας την Μεσόγειο σε δεύτερη μοίρα.

Όσο για την Αθήνα, θα πρέπει να περιμένει μέχρι το επόμενο καλοκαίρι για να κατανοήσει πλήρως τα σχέδια της νέας αμερικανικής κυβέρνησης για τα εκκρεμή ζητήματα της ανατολικής Μεσογείου, τα οποία περιλαμβάνουν την Κύπρο και τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Μέχρι τότε, τα νερά του Αιγαίου πιθανότατα θα παραμείνουν στάσιμα.