Τα μετέωρα βήματα της Ελλάδας στην Μέση Ανατολή


Pulsul Geostrategic – 21/03/2021

Σε μια σκληρά διατυπωμένη δήλωση, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας καταδίκασε τις πυραυλικές επιθέσεις που εξαπέλυσε η πολιτοφυλακή Χούτι στην Υεμένη εναντίον του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας. Ειδικά η επίθεση στο τέλος του περασμένου μήνα εναντίον της πρωτεύσουσας Ριάντ θεωρείται η πιο επικίνδυνη μετά από αυτήν στην Aramco τον Σεπτέμβριο του 2019 και ήρθε λίγες μέρες μετά από την αφαίρεση της πολιτοφυλακής Χούτι από τις αμερικανικές τρομοκρατικές λίστες. Αυτό θεωρήθηκε ως ένα δείγμα αδυναμίας από την πολιτοφυλακή και το πράσινο φως για να ανεβάσει το επίπεδο των απαιτήσεών της και να επιβεβαιώσει την ικανότητά της να βλάπτει τους αντιπάλους της, ειδικά την Σαουδική Αραβία.

Πίσω στην Ελλάδα, η δήλωση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών εκφράζει μια αλλαγή στην πολιτική της Αθήνας σχετικά με την Μέση Ανατολή γενικά. Αν και ο Νίκος Δένδιας δεν κατήγγειλε τους Χούτι ή το Ιράν ως υπευθύνους, είναι μια νέα προσθήκη στον χειρισμό από την Ελλάδα των διαδραματιζομένων εκεί. Παρά την κλίμακα των επιθέσεων της Aramco και των αρνητικών συνεπειών τους στην Σαουδική Αραβία και στην διεθνή κοινότητα ως πλήγμα για την παγκόσμια ενέργεια, η Ελλάδα ήταν μια από τις λίγες χώρες που δεν εξέδωσαν ανακοίνωση σχετικά με αυτό το περιστατικό. Αυτό έγινε στο πλαίσιο της πολιτικής που είχαν υιοθετήσει προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις με στόχο να κρατήσουν αποστάσεις από το ευαίσθητο σκηνικό της Μέσης Ανατολής.  Όμως, φαίνεται ότι αυτή η δήλωση καταδίκης δεν θα είναι η τελευταία, δεδομένης της κλιμάκωσης της έντασης σε μια από τις πιο περίπλοκες περιοχές του κόσμου.

Αρχικά, πρέπει να τονιστεί ότι η σύγκρουση μεταξύ του Ιράν και των κρατών του Κόλπου, με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία, έχει τις ρίζες της στην άφιξη του Χομεϊνί στην πρωτεύουσα του Ιράν, την Τεχεράνη, την 1η Φεβρουαρίου 1979, με την επιτυχία της ισλαμικής επανάστασης, την ανατροπή της κυριαρχίας του Σάχη και την ανακοίνωση του στόχου της ηγεσίας της ιρανικής επανάστασης για την εξάπλωσή της σε ολόκληρη την περιοχή. Η Τεχεράνη κατάφερε, κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, να οικοδομήσει συμμαχίες με διάφορες δυνάμεις στην περιοχή, ενώ, από την άλλη πλευρά, το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας προσπάθησε να αντισταθεί στην άνοδο της Τεχεράνης. Η σύγκρουση αυτή αντικατοπτρίσθηκε σε μια σειρά κρίσεων όπως αυτή του Λιβάνου με την υποστήριξη από τις δύο πλευρές των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων της χώρας. Με την στρατιωτικοποίηση της συριακής επανάστασης δημιουργήθηκε ένα νέο πεδίο για την συνεχιζόμενη σύγκρουση μεταξύ της Τεχεράνης αφενός και του Ριάντ και του Αμπού Ντάμπι αφετέρου. Τελευταίο πεδίο σύγκρουσης, η Υεμένη που από το 2013 βρίσκεται σε μια συνεχιζόμενη πολεμική κατάσταση, που εκδηλώθηκε με τον εμφύλιο πόλεμο αλλά στην πραγματικότητα είναι μια χρόνια περιφερειακή σύγκρουση.

Αυτή η φορτισμένη κατάσταση με την συσσώρευση πεδίων μάχης, μετά την άφιξη Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο, ο οποίος έχει περιορισμένη ικανότητα να αντιμετωπίσει τις συγκρούσεις, μπορεί να εξελιχθεί σταδιακά σε χιονοστιβάδα και σε μια κατάσταση πόλωσης που είναι περισσότερο επικίνδυνη από ποτέ. Αυτή η φορτισμένη ατμόσφαιρα δεν μπορεί να διαχωριστεί από μια άλλη σύγκρουση στην μια πλευρά της οποίας βρίσκεται η Τεχεράνη και στην άλλη το Ισραήλ που ανησυχεί για την ιρανική επέκταση στην περιοχή. Εν μέσω αυτού του σκηνικού, η Αθήνα επέλεξε να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με το Αμπού Ντάμπι και το Ριάντ αφενός και το Ισραήλ αφετέρου, ένα βήμα που τα αποτελέσματά του τίθενται εν αμφιβόλω.

Η Αθήνα επέλεγε πάντα να οικοδομεί φιλικές σχέσεις με τις χώρες της Μέσης Ανατολής εν γένει, όπως και να είναι ουδέτερη σε οποιαδήποτε σύγκρουση που συμβαίνει σε αυτήν την περίπλοκη περιοχή. Η Ελλάδα είναι μία από τις ασφαλέστερες χώρες στον κόσμο και με τους λιγότερους εχθρούς. Κατά την διάρκεια της παλαιστινο-ισραηλινής σύγκρουσης, έχτισε ήρεμες σχέσεις με το Ισραήλ και καλές σχέσεις με τον Οργανισμό Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης. Από την μία προετοίμασε επίσημη επίσκεψη για τον πρώην Έλληνα πρόεδρο Προκόπη Παυλόπουλο στο Ριάντ τον Φεβρουάριο του 2017, ενώ επέτρεψε την επαναλειτουργία της τράπεζας Saderat Iran στην Αθήνα και εκπαίδευε Ισραηλινούς πιλότους στον ελληνικό νότο.

Η στροφή στην παραπάνω πολιτική είναι ριζική αλλά σιωπηρή. Σήμερα ο ελληνικός στρατός συμμετέχει μέσω μιας συστοιχίας Patriot στην προστασία της αεροπορικής ασφάλειας της Σαουδικής Αραβίας από εξωτερικές επιθέσεις, ενώ η φρεγάτα  Ύδρα του ελληνικού πολεμικού ναυτικού περιπολεί στον Αραβικό Κόλπο σε συντονισμό με το Παρίσι για την προστασία της ασφάλειας της περιοχής. Ώσπου η κοινή στρατιωτική αμυντική συμφωνία μεταξύ Αθήνας και Αμπού Ντάμπι ήρθε να επιβεβαιώσει μια νέα πραγματικότητα, δηλαδή ότι η Ελλάδα σήμερα είναι μέρος μιας σουνιτικής αραβικής συμμαχίας, της οποίας ο πρώτος και μοναδικός εχθρός είναι το Ιράν, κάτι που τοποθετεί την Αθήνα σε αντίστοιχη εχθρική θέση προς την Τεχεράνη. Αυτή η νέα πραγματικότητα, όμως, έχει ένα άλλο κεφάλαιο που σχετίζεται με το Τελ Αβίβ.

Σε μια βιαστική επίσκεψη o Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο Τελ Αβίβ συναντήθηκε με τον Ισραηλινό ομόλογό του Νετανιάχου, υπό τον δημόσιο τίτλο της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών για την καταπολέμηση του Covid-19. Όμως ελληνική διπλωματική πηγή διαβεβαίωσε ότι αυτή η επίσκεψη έχει μια σημαντική επικίνδυνη στρατιωτική πτυχή. Οι δύο πλευρές επισφράγισαν την ανάγκη της επέκτασης της στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ τους και η Αθήνα ζήτησε την μίσθωση δύο drones για στρατιωτική χρήση για μια περίοδο τριών ετών, ενώ μπήκαν οι τελευταίες πινελιές στην συμφωνία για την κατασκευή αεροπορικής βάσης εκπαίδευσης στην Καλαμάτα από ισραηλινή εταιρεία. Αυτή η ευαίσθητη επίσκεψη και η στρατιωτική προσέγγιση μεταξύ των δύο χωρών αντικατοπτρίσθηκε στις δηλώσεις του Ισραηλινού Αρχηγού Επιτελείου Αβίβ Κοχάβι όταν τοποθέτησε την Ελλάδα στην κεφαλή της λίστας των συμμάχων του Τελ Αβίβ εναντίον του Ιράν και των συμμάχων του. Με αυτόν τον τρόπο η Αθήνα βρίσκεται ξανά στην θέση του εχθρού της Τεχεράνης.

Όντως, οι εμφανείς διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Τεχεράνης παραμένουν ήρεμες και σταθερές και δεν υπάρχουν δηλώσεις από αξιωματούχους των δύο χωρών που να δίνουν άλλη εντύπωση. Δεν μπορούμε όμως να αρνηθούμε ότι η νέα στρατιωτική στρατηγική που υιοθέτησε πρόσφατα η Αθήνα, θα έχει σύντομα νέα κεφάλαια, όλα με στόχο να υποστηρίξουν τις χώρες που είναι ανοιχτά εχθρικές στην Τεχεράνη. Στο ίδιο πλαίσιο έχουν ξεκινήσει συζητήσεις εντός της  ελληνο-αραβο-ισραηλινής διπλωματικής γραμμής για την δημιουργία μιας νέας συμμαχίας στο προσεχές μέλλον που θα περιλαμβάνει αραβικές χώρες εχθρικές προς το Ιράν συν το Ισραήλ, στην οποία η Ελλάδα μπορεί επίσης να συμμετέχει.

Εάν αυτό υλοποιηθεί, μπορεί να ερμηνευθεί ως έλλειψη εμπιστοσύνης από τα μέλη αυτής της συμμαχίας στην νέα Δημοκρατική ηγεσία της Ουάσιγκτον, υπό τον Μπάϊντεν, η οποία ξεκάθαρα δείχνει ότι δεν επιθυμεί να υιοθετήσει εχθρική στάση προς την Τεχεράνη. Η ελληνική πλευρά θα την αξιοποιήσει εσωτερικά ως μια απόκτηση συμμάχων απέναντι στην Άγκυρα και τα σχέδιά της στην ανατολική Μεσόγειο.

Δεδομένου ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή που ο πόλεμος είναι πιο κοντά από την ειρήνη, η αύξηση του επιπέδου των σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και των πλούσιων χωρών του Κόλπου θεωρείται λογική και η οικονομική της απόδοση μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα στις οικονομικές της δυσχέρειες. Σωστά. Και φυσικά αυτές οι χώρες δεν θα επιβάλουν όρους για στρατιωτική συνεργασία στην Αθήνα σε αντάλλαγμα αυτής της οικονομικής συνεργασίας. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι η επιθυμία της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο στην περιοχή την ωθεί σε επικίνδυνα και βιαστικά βήματα, των οποίων οι αρνητικές μεσοοπρόθεσμες και μαρκοπρόθεσμες συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές. Το κυνήγι της τύχης σε μια περιοχή που κάθε μια δεκαετία γίνεται ένας καινούριος πόλεμος δείχνει είτε αφέλεια, είτε άγνοια κινδύνου.