Pulsul Geostrategic – 02.11.2021
Περισσότεροι από 4.500 πρόσφυγες και μετανάστες εξακολουθούν να περιμένουν την ευρωπαϊκή πολιτική απόφαση που θα βάλει τέλος στην ταλαιπωρία τους στα σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας, σε μια κρίση που δεν έχουν βιώσει αυτά τα σύνορα τα τελευταία δέκα χρόνια, την πιο τεταμένη περίοδο την γηραιά ήπειρο σχετικά με το προσφυγικό. Όμως η σημερινή κρίση στα σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που αντιμετωπίστηκε στο Αιγαίο, στον Έβρο ή στις ιταλικές ακτές, παρά το γεγονός ότι οι εθνικότητες αυτών των προσφύγων και μεταναστών είναι ίδιες σε όλα αυτά τα σύνορα. Αυτή η διαφοροποίηση δεν είναι τυχαία, είναι αποτέλεσμα πολιτικής απόφασης να ελεγχθεί ο τρόπος με τον οποίο τα δυτικά ΜΜΕ θα αντιμετωπίσουν αυτήν την κρίση.
Στο σημερινό σκηνικό, τα δυτικά μέσα ενημέρωσης κατηγορούν ξεκάθαρα την ηγεσία της Λευκορωσίας και, σε μικρότερο βαθμό, την ρωσική ηγεσία που βρίσκεται πίσω της, ενώ για τους πνιγμούς και την εισροή χιλιάδων προσφύγων που φεύγουν από τις λιβυκές προς τις ιταλικές ακτές δεν θεωρείται υπεύθυνη η λιβυκή κρίση, οι τοπικοί πολέμαρχοι και οι δυτικές και αραβικές χώρες που τους υποστηρίζουν και αποτελούν την βάση για την κρίση. Κανείς δεν το λέει αυτό ξεκάθαρα αφού η Ιταλία, η Γαλλία και η Βρετανία έχουν μακρύ χέρι στην λιβυκή σκηνή. Αλλά αυτό δεν αρέσει στις πλατφόρμες μέσων ενημέρωσης που χρηματοδοτούνται από δυτικούς διεθνείς εταίρους που είναι συμμέτοχοι σε ορισμένες από αυτές τις κρίσεις. Στην προσφυγική κρίση στα σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας, οι λεπτομέρειες του τι προηγήθηκε θα μας βοηθήσουν να δούμε τί έπεται.
Αναμφίβολα, αυτό που συμβαίνει σήμερα στα σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας είναι μια πολιτική απόφαση του Λουκασένκο, το όνομα του οποίου μπήκε στην ευρωπαϊκή λίστα κυρώσεων ως αποτέλεσμα του τρόπου που διαχειρίστηκε τις διαδηλώσεις ενάντια στην κυριαρχία του στη χώρα. Οι κυρώσεις σε μέλη του κύκλου γύρω από τον Λευκορώσο πρόεδρο ώθησαν την ηγεσία της χώρας να αναζητήσει ένα μέσο πίεσης στην Ευρώπη ώστε να μειώσει την αποτελεσματικότητα αυτών των κυρώσεων αφενός και αφετέρου να αποτρέψει την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης από κάθε νέα κίνηση που υποστηρίζει την αλλαγή στην πολιτική σκηνή της Λευκορωσίας, δεδομένης της σαφούς υποστήριξης ορισμένων χωρών της Ευρώπης στην αντιπολίτευση της Λευκορωσίας.
Όμως αυτή η κρίση είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναιι ο ρωσικός ρόλος σε αυτήν, καθώς δεν είναι καθόλου ρεαλιστικό για την ηγεσία της Λευκορωσίας να βρίσκεται από μόνη της πίσω από αυτήν. Το γεγονός είναι ότι η Μόσχα έχει το πάνω χέρι στις λεπτομέρειες αυτής της κρίσης. Οι πρόσφυγες που καταφθάνουν κατευθείαν από το αεροδρόμιο της Δαμασκού στο Μινσκ, μεταφέρονται γιατί η Μόσχα έχει δώσει το πράσινο φως. Επίσης, οι χιλιάδες προσφύγων που έφθσαν μέσω της Συρίας, του Λιβάνου και της Τουρκίας στην Ρωσία, μεταφέρονται οργανωμένα στα σύνορα με την Λευκορωσία και στη συνέχεια στα σύνορα με την Πολωνία.
Φυσικά, η Μόσχα έχει τα δικά της σχέδια για τις συνέπειες αυτής της κρίσης. Αρχικά πρέπει να τονιστεί ότι το ρωσικό λόμπι εντός της Ευρώπης υποστηρίζει τα ακροδεξιά κόμματα εκεί, στην Γαλλία, την Αυστρία και αρκετές άλλες χώρες της ΕΕ. Τα κόμματα αυτά έχουν αυξήσει την δημοτικότητά τους τα τελευταία έξι χρόνια ως αποτέλεσμα της αύξησης της ροής προσφύγων και μεταναστών προς την ευρωπαϊκή ήπειρο. Επομένως, η τρέχουσα κρίση στα σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας εξυπηρετεί τα σχέδια της Μόσχας και ενισχύει την ρητορική των συμμάχων της εντός των ακροδεξιών κομμάτων της Ευρώπης. Στο ίδιο πλαίσιο, τα αποτελέσματα αυτής της κρίσης μπορεί να εξυπηρετήσουν τα μελλοντικά σχέδια της Μόσχας στην Μαύρη Θάλασσα και την ανατολική Ουκρανία.
Λανθασμένες αποφάσεις
Στην πραγματικότητα, αυτή η ιδέα της χρησιμοποίησης των προσφύγων ως πολιτικού όπλου δεν είναι καινούργια. Έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν, ακόμη και στο ζήτημα της Συρίας. Για να κατανοήσουμε τους λόγους για το τι συμβαίνει αυτήν την στιγμή και τί μπορεί να συμβεί αργότερα, πρέπει να επιστρέψουμε μερικά χρόνια νωρίτερα, και ακριβέστερα το 2013, όταν Τούρκοι και Γερμανοί αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν ότι η τουρκική ηγεσία είχε καταρτίσει ένα σχέδιο που περιλάμβανε την υποστήριξη των χωρών του ΝΑΤΟ για στρατιωτική επέμβαση στην Συρία, παρόμοιο με αυτό που υλοποιήθηκε στην Λιβύη για την ανατροπή του Καντάφι, με την διαφορά ότι αυτό περιοριζόταν κυρίως στην γενική απαγόρευση πτήσεων στον ουρανό της Συρίας.
Αυτό το σχέδιο απορρίφθηκε από το Βερολίνο εκείνη την εποχή με την πρόφαση της πολυπλοκότητας της συριακής στρατιωτικής σκηνής. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι αν το Βερολίνο είχε συμφωνήσει τότε με αυτό το σχέδιο απαγορεύοντας τις πτήσεις, το Παρίσι και το Λονδίνο θα το υποστήριζαν επίσης και θα ήταν αρκετό για να οδηγήσει στην ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ δεδομένων των ισορρροπιών των στρατιωτικών δυνάμεων εκείνη την εποχή, της μη ύπαρξης του ISIS ακόμη και της αδύναμης επιρροής των ισλαμιστών στην Συρία τότε. Έτσι, η Συρία θα είχε εισέλθει σε μια ήρεμη πολιτική μετάβαση και στην συνέχεια μια νέα κυβέρνηση, ο κόσμος δεν θα είχε δει σφαγές αμάχων που συνεχίζονται μέχρι σήμερα και η Ευρώπη δεν θα είχε ζήσει το κύμα προσφύγων του 2015, ούτε θα γινόμασταν σήμερα μάρτυρες της κρίσης στα σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας. Μια σειρά λανθασμένων αποφάσεων.
Οι πρόσφυγες είναι ρωσικό όπλο
Στις αρχές του 2020, τα ελληνοτουρκικά σύνορα έζησαν μια νέα προσφυγική κρίση, γνωστή στην εποχή της ως κρίση του Έβρου, λόγω του ποταμού που χωρίζει τις δύο χώρες από ξηράς. Tην κρίση αυτήν την χειρίστηκαν η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ελλάδα και τα δυτικά ΜΜΕ ως τουρκική πίεση στην Ευρώπη για την αποκόμιση πολιτικών ωφελών όπως η εξαίρεση της βίζας για τους Τούρκους πολίτες που εισέρχονται στην Ε.Ε.. Ειδικότερα τα ελληνικά ΜΜΕ και οι Έλληνες πολιτικοί εκμεταλλεύθηκαν αυτήν την κρίση χαρακτηρίζοντάς την ως εισβολή προσφύγων στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο και ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι η ασπίδα της Ευρώπης στον τουρκικό εκβιασμό, σταματώντας την είσοδο αυτών των προσφύγων. Αυτό και πάλι είναι μόνο ένα μέρος της αλήθειας αυτού που συνέβη πραγματικά. Είναι ένα πολύ μικρό μέρος της γενικής εικόνας. Τα γεγονότα του Έβρου πυροδοτήθηκαν εντός του συριακού εδάφους, συγκεκριμένα στην βορειοδυτική Συρία στην βόρεια ύπαιθρο της Χάμα και την νότια ύπαιθρο του Ίντλιμπ.
Την άνοιξη του 2019, οι πολιτοφυλακές του Άσαντ, υποστηριζόμενες από ιρανικές πολιτοφυλακές και ρωσικά πολεμικά αεροσκάφη, ξεκίνησαν μια μαζική στρατιωτική επιχείρηση με στόχο τον έλεγχο του τελευταίου προπυργίου της ένοπλης συριακής αντιπολίτευσης στην βορειοδυτική Συρία. Αυτή η στρατιωτική επιχείρηση συνεχίστηκε μέχρι να υπογράψουν οι πρόεδροι της Τουρκίας και της Ρωσίας κατάπαυση του πυρός τον Μάρτιο του 2020.
Αυτή η επιχείρηση ήταν ο λόγος για τον εκτοπισμό περισσότερων από ένα εκατομμύριο Συρίων από τις πόλεις τους προς προσφυγικούς καταυλισμούς στο βόρειο τμήμα της Συρίας στα τουρκικά σύνορα. Κατά την διάρκεια αυτής της στρατιωτικής επιχείρησης, της οποίας ηγήθηκε η Ρωσία, η Άγκυρα επικοινώνησε με Ευρωπαίους και Αμερικανούς ηγέτες και τους ενημέρωσε για την επικίνδυνη κατάσταση εκεί και την πιθανότητα στρατιωτικής κατάρρευσης της συριακής αντιπολίτευσης μπροστά στην ρωσική αεροπορία, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει ένα κύμα προσφύγων υπολογιζόμενο σε πέντε εκατομμύρια ανθρώπους. Για ακόμα μια φορά δεν υπήρξε απάντηση από την Δύση ή οποιαδήποτε κίνηση για να σταματήσει η επιχείρηση εκεί, γεγονός που ανάγκασε την Τουρκία να επέμβει στρατιωτικά από μόνη της για να υποστηρίξει την συριακή αντιπολίτευση και να αποτρέψει την πτώση των περιοχών της. Σε αυτήν την προσπάθεια της Τουρκίας να ασκήσει πίεση στην Ευρώπη συνέβησαν τα γεγονότα του Έβρου.
Η αλήθεια, όσο και εάν ενοχλεί, είναι ότι πίσω από την κρίση του Έβρου κρύβεται η Ρωσία. Εάν δεν είχε υπάρξει η άμεση τουρκική στρατιωτική επέμβαση στην βορειανατολική Συρία, η Ρωσία επρόκειτο να εκτοπίσει πέντε εκατομμύρια Σύριους, γνωρίζοντας ότι η Τουρκία δεν θα μπορούσε να αντέξει αυτό το τεράστιο κύμα στο έδαφός της και επομένως αυτοί οι άνθρωποι θα κατευθύνονταν προς την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η Τουρκία ήταν αυτή που απέτρεψε αυτό το γεγονός, η οποία δέχθηκε επίθεση από τα μέσα ενημέρωσης και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κατηγορείται ότι χρησιμοποιεί το προσφυγικό εναντίον της Ευρώπης.
Η Ρωσία έχει συνειδητοποιήσει σαφώς τις αδυναμίες των χωρών της Ε.Ε. και την σημασία του χαρτιού του προσφυγικού για τις ασταθείς ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που τα ακραία κόμματα εκμεταλλεύονται για την άνοδό τους στην εξουσία. Η Ευρώπη, αυτήν την στιγμή, βρίσκεται μπροστά από τρεις δύσκολες επιλογές για την επίλυση του ζητήματος των προσφύγων που έχουν εγκλωβιστεί στα σύνορα μεταξύ Λευκορωσίας και Πολωνίας. Είτε τους ανοίγει τα σύνορα και έτσι ενθαρρύνει περισσότερους πρόσφυγες να έρθουν, κάτι που θα πυροδοτήσει περισσότερες εσωτερικές κρίσεις, είτε να αποτρέψει την είσοδο οπότε η κρίση θα συνεχιστεί και οι πιέσεις των μέσων ενημέρωσης θα αυξηθούν και η Ευρώπη θα βρεθεί μπροστά σε μια ηθική κρίση που θα εξυπηρετήσει χώρες που ελέγχονται από δικτατορίες όπως η Λευκορωσία, η Ρωσία και ο Άσαντ στη Συρία. Η τρίτη επιλογή είναι η συμμόρφωση με τους όρους της Λευκορωσίας σχετικά με το θέμα των κυρώσεων και την αντιπολίτευση της χώρας, αλλά ακόμη και αυτή η επιλογή θα σημαίνει ότι η Μόσχα θα χρησιμοποιήσει ξανά αυτό το χαρτί στον φάκελο της Ουκρανίας στο εγγύς μέλλον.
Εν ολίγοις, μπορούμε να πούμε ότι η Ευρώπη, που παρακολουθούσε αφελώς την συριακή φωτιά να καίει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων, είναι αυτή που άφησε αυτήν την φωτιά να φτάσει στα νοτιοανατολικά της σύνορα και σήμερα στα βορειοανατολικά. Αυτήν την φωτιά άρχισε να προσπαθεί να σβήσει με την εκ νέου αποδοχή της επιβίωσης του εγκληματικού καθεστώτος Άσαντ στην εξουσία στη Δαμασκό υπό τον τίτλο του τερματισμού του πολέμου. Στην πραγματικότητα με αυτό το βήμα, η ίδια η Ευρώπη θα κάνει ένα λάθος χειρότερο από το προηγούμενο. Ακόμα μια λάθος απόφαση.
Η λύση, κατά τη γνώμη μου, είναι η υποστήριξη των δικαιωμάτων αυτών των λαών για να αποκτήσουν ελευθερία και δημοκρατία και η άρση της υποστήριξης δικτατορικών καθεστώτων. Ο συριακός λαός είναι ακόμα σε θέση να ρίξει τον Άσαντ και η Συρία είναι ακόμα πολύ σημαντική για την Μόσχα. Οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος.