Είκοσι χρόνια από την 11η Σεπτεμβρίου … το Αφγανιστάν μπαίνει ξανά στο επίκεντρο


Al-Quds Al-Arabi – 13/09/2021, φύλλο 10384, σελ. 21

Στις 8.45 το πρωί ώρα Νέας Υόρκης το 2001, ο Abu Abd al-Rahman al-Masri Muhammad Amir Attah χτυπούσε τον βόρειο Πύργο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου με το αεροπλάνο του, σε αυτό που ήταν για την Αλ Κάιντα “Μάχη του Μανχάτταν” (ghazwit Manhattan), ή όπως ονομάστηκε από  τους Αμερικανούς και την διεθνή κοινότητα “επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου”. Μέσα σε λιγότερο από είκοσι τέσσερις ώρες, ο Λευκός Οίκος είχε λάβει δύο αποφάσεις για πόλεμο. Η πρώτη ήταν να χτυπήσει την Al Qaeda υπό την ηγεσία του Osama bin Laden που θεωρήθηκε ότι βρίσκεται πίσω από αυτήν την επίθεση και ως εκ τούτου η Αμερική έπρεπε να κηρύξει πόλεμο στο Αφγανιστάν, ενώ η δεύτερη απόφαση ήταν ο πόλεμος κατά του Ιράκ έως ότου τα στοιχεία της CIA προσπαθήσουν να βρουν αποδείξεις που να συνδέουν την Al Qaeda με το Ιράκ, ή ακόμα και αν δεν βρει να εφεύρει την θεωρία των όπλων μαζικής καταστροφής για να δικαιολογήσει αυτόν τον πόλεμο.

Και ενώ τα αεροσκάφη F-16 και B-52 χτυπούσαν τα βουνά της Τόρα Μπόρα στην επαρχία Κανταχάρ και στα σύνορα Αφγανιστάν-Πακιστάν, οι Times έγραφαν στο εξώφυλλό τους ”Οι τελευταίες μέρες των Ταλιμπάν”. Οι πραγματικές αιτίες αυτής της απόφασης πολέμου δεν έχουν καμία σχέση με το συμβάν της 11η Σεπτεμβρίου 2001, αλλά με γεγονότα πριν από αυτό. Το σίγουρο είναι ότι σήμερα, μετά από είκοσι χρόνια αυτού του πολέμου που ήταν ο μεγαλύτερος για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, μπορούμε να πούμε ότι η Ουάσινγκτον δεν είναι πλέον η Ουάσιγκτον πριν από είκοσι χρόνια, ενώ το πιο σημαντικό ερώτημα που παραμένει είναι αν οι Ταλιμπάν σήμερα είναι οι ίδιοι Ταλιμπάν όπως πριν από είκοσι χρόνια.

Τα γεγονότα που προηγήθηκαν

Σε μια επίσκεψη το 1998 στην Ινδία ο πρώην Ρώσος πρωθυπουργός Εβγκένι Πριμακόφ απηύθυνε μια έκκληση για την δημιουργία μιας στρατηγικής συμμαχίας στην Ασία που να περιλαμβάνει την Ρωσία, την Ινδία και την Κίνα. Αυτή η πρόσκληση δεν θεωρήθηκε τότε  σημαντική από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Το σίγουρο είναι ότι αποτέλεσε προειδοποίηση για τους σχεδιαστές στρατηγικής στην Ουάσινγκτον, οι οποίοι άρχισαν να αναπτύσσουν σχέδια για να αποτρέψουν οποιαδήποτε γεωπολιτική προσέγγιση μεταξύ της Ινδίας αφενός και αφετέρου της Ρωσίας και της Κίνας. Κατά συνέπεια ήταν απαραίτητο για την Ουάσιγκτον να να είναι γεωγραφικά κοντά σε αυτήν την προγραμματιζόμενη συμμαχία.  Έτσι το Αφγανιστάν έγινε στόχος.

Προς την ίδια κατεύθυνση, η στρατηγική θέση αυτής της χώρας θα έδινε στην Ουάσινγκτον την δυνατότητα να μειώσει την επιρροή του Πεκίνου και να αποκόψει κάθε φιλοδοξία του για οικονομική επέκταση προς την Μέση Ανατολή. Επίσης η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να  χρησιμοποιήσει την παρουσία της στο Αφγανιστάν για να ανοίξει μια νέα σελίδα στις σχέσεις της με το Νέο Δελχί με τρόπο που η ινδική κυβέρνηση να ξεχάσει τις σημαντικές σχέσεις ΗΠΑ-Πακιστάν.

Όλες αυτές οι ιδέες και πολλές  άλλες ήταν στο μυαλό των Αμερικανών πολιτικών για την σημασία του Αφγανιστάν και την ανάγκη της αμερικανική παρουσίας εκεί πριν από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, που αποτέλεσαν μόνο το πρόσχημα και την κάλυψη για την εφαρμογή αυτού του προπαρασκευασμένου σχεδίου, το οποίο με τον καιρό κατέρρευσε και διαλύθηκε ως αποτέλεσμα της μεταβαλλόμενης σκηνής στην Ουάσινγκτον και των αλλαγών στην στρατηγική της υπό τους διαδοχικούς προέδρους, για να κλείσει με την σκηνή του αμερικανικού αεροσκάφους να το σκάει από το αεροδρόμιο της Καμπούλ και τους χιλιάδες Αφγανούς να προσπαθούν να το αρπάξουν για να διαφύγουν αναζητώντας ελπίδα.

Πέρα από τα αίτια αυτής της ήττας που έλαβαν η Ουάσινγκτον και οι σύμμαχοί της στο ΝΑΤΟ –  και εδώ πρέπει να τονιστεί ότι αυτό που συνέβη ήταν ήττα και όχι οτιδήποτε άλλο – το ουσιαστικό σημείο είναι αυτό που ανέφερε ο κ. Μπάιντεν πριν από εβδομάδες όταν επανέλαβε: “το Αφγανιστάν είναι νεκροταφείο των αυτοκρατοριών”, ένα μάθημα που οι Αμερικανοί χρειάστηκαν είκοσι χρόνια για να το μάθουν, αν και βρετανικά βιβλία ιστορίας είχαν γράψει γι ‘αυτό πριν από εκατό χρόνια περίπου και τα σχολεία της Μόσχας δημοσίευσαν τις λεπτομέρειές του πριν από σαράντα χρόνια. Αλλά όπως λέει και η παροιμία “κάλλιο αργά παρά ποτέ”.

Υπό το πρίσμα των διαφορών που άρχισαν να εμφανίζονται μεταξύ των δύο πλευρών του ΝΑΤΟ, της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής, ως αποτέλεσμα της δυσαρέσκειας της ευρωπαϊκής πλευράς για την μορφή αυτής της ήττας, την ώθησε να πραγματοποιήσει επείγουσα διάσκεψη κατά την οποία υπογράμμισε την ανάγκη δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Εν τω μεταξύ η Μόσχα είναι πιο ήρεμη, ενώ η Κίνα ήταν η πιο θαρραλέα, η Ινδία ήταν η πιο φοβισμένη και το Πακιστάν το πιο χαρούμενο. Είναι βέβαιο ότι οι επόμενοι μήνες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μπορεί να επηρεάσουν αυτούς τους παίκτες, είτε αρνητικά είτε θετικά. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να διαβάσουμε εν τάχει τις προτεραιότητες καθενός από αυτούς στην αφγανική σκηνή.

Οι  δυτικοί φάκελοι

Στην Ευρώπη, είναι σαφές ότι το ζήτημα της μετανάστευσης και των προσφύγων βρίσκεται στο προσκήνιο. Η Ελλάδα έσπευσε να ζητήσει επείγουσα συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των χωρών της ΕΕ, η οποία με την σειρά της τόνισε την ανάγκη σταθεροποίησης της ασφάλειας στο Αφγανιστάν για να αποτραπεί οποιαδήποτε κατάσταση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κύματα μετανάστευσης που θα επαναλάμβαναν το σκηνικό του 2015. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρώπη στο σύνολό της επιθυμεί πολιτική σταθερότητα στο Αφγανιστάν, τουλάχιστον προς το παρόν, ακόμα κι αν είναι υπό την κυριαρχία των Ταλιμπάν.

Αυτή η οπτική μπορεί να μην συμπίπτει με αυτήν του Αμερικανού συμμάχου, ο οποίος πάσχει από μια διαίρεση στο εσωτερικό του όπου υπάρχουν δύο απόψεις: βάσει της πρώτης οποιαδήποτε κατάσταση ανασφάλειας και εμφυλίου πολέμου στο Αφγανιστάν μπορεί να αναβιώσει εξτρεμιστικές οργανώσεις, οι σημαντικότερες από τις οποίες είναι η Al Qaeda και το ISIS και έτσι να αναγκάσει την Ουάσινγκτον να αναβιώσει τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.  Η άλλη πλευρά βλέπει ότι κάθε εμφύλιος πόλεμος θα επιβαρύνει την ασφάλεια του Πεκίνου και της Μόσχας και ο πυρετός αστάθειας μπορεί να εξαπλωθεί λόγω της γεωγραφίας αυτών των χωρών και αυτό μπορεί από μόνο του να είναι μια αμερικανική νίκη. Ο Μπάιντεν και η κυβέρνησή του βρίσκονται στην μέση αυτών των δύο πλευρών παρακολουθώντας με προσοχή τι θα συμβεί στο Αφγανιστάν και τον τρόπο που λειτουργούν οι ίδιοι οι Ταλιμπάν, τα σχέδια και τις πολιτικές τους. Με βάση την εξέλιξη αυτών, η Ουάσινγκτον θα επιλέξει την επόμενη στρατηγική της.

Στο Πεκίνο, η ατμόσφαιρα είναι πιο ήρεμη και τα σχέδια και τα πρότζεκτ που έχουν προετοιμαστεί εκ των προτέρων περιμένουν το πράσινο φως. Η κινεζική κυβέρνηση, η οποία ήταν μία από τις πρώτες που καλωσόρισε την υπηρεσιακή κυβέρνηση που ανακοίνωσαν οι Ταλιμπάν πριν από λίγες ημέρες, γνωρίζει πολύ καλά ότι η αφγανική γεωγραφία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της “Πρωτοβουλίας μιας ζώνης και ενός δρόμου” (Belt and Road Initiative) και ότι ο ορυκτός πλούτος του Αφγανιστάν πρέπει να βρίσκεται στη σφαίρα επιρροής των εταιρειών της.

Φυσικά, αυτή η ηρεμία δεν ήρθε χωρίς προηγούμενη άμεση επαφή με εκπροσώπους των Ταλιμπάν πριν ακόμα από το τέλος του πολέμου, όταν το Πεκίνο έδωσε υποσχέσεις για οικονομικό άνοιγμα. Αυτή η κινεζική ώθηση αποτέλεσε σημαντικό κίνητρο και υποστήριξη για το κίνημα των Ταλιμπάν, το οποίο φοβόταν μια οικονομική πολιορκία που θα επέβαλε η Δύση εξ’ου και η επιλογή του να σχηματίσει μια κυβέρνηση από όλους τους πρωτοκλασσάτους ηγέτες του, μερικοί από τους οποίους καταζητούνται από τους Αμερικανούς. Αυτή η κίνηση εκ μέρους της Κίνας αντιμετωπίσθηκε με δισταγμό από την Ρωσία. Η προσωρινή κυβέρνηση των Ταλιμπάν δημιουργεί ανησυχία στην Μόσχα, η οποία βλέπει την ανάγκη να διατηρηθούν δίαυλοι επικοινωνίας μαζί τους για να αποτραπεί κάθε είδους χάος, από φόβο μήπως αυτό εξαπλωθεί στις γειτονικές χώρες του Ουζμπεκιστάν ή του Τατζικιστάν, που αποτελούν το βάθος της ρωσικής εθνικής ασφάλειας.

Ενώ ερευνητικά κέντρα στην Ουάσινγκτον, την Νέα Υόρκη και το Λονδίνο προσπαθούν να κατανοήσουν την νοοτροπία των ηγετών των Ταλιμπάν και να εμβαθύνουν στα σημεία διαφορών και ομοιοτήτων μεταξύ του δόγματος Salafiyah και της σχολής Deobandiyah, ο Mullah Hibatullah Akhundzada ανακοίνωσε από την Κανταχάρ, το θαλπερό σπίτι των Ταλιμπάν, τους υπουργούς της υπηρεσιακής κυβέρνησης με μια δήλωση στην οποία επιβεβαίωσε ότι αυτή η κυβέρνηση θα ανοίξει τον δρόμο για μια πιο διευρυμένη μελλοντική κυβέρνηση. Ο σχηματισμός αυτής της κυβέρνησης περιλάμβανε τον γιο του ιδρυτή του κινήματος, Mullah Muhammad Yaqub Ibn Muhammad Omar ως υπουργό Άμυνας και τον Sirajuddin Haqqani, γιο του Jalal al-Din Haqqani ως υπουργό Εσωτερικών, ενώ αξιωματούχοι του πολιτικού γραφείου του κινήματος είχαν συναντήσεις με Κινέζους, Καταρινούς και Ρώσους αξιωματούχους, κατά την διάρκεια των οποίων τόνισαν το οικονομικό άνοιγμα και την επιθυμία τους να οικοδομήσουν ένα σταθερό κράτος.

Αυτή η περίπλοκη, παράδοξη και ευφυής κίνηση των Ταλιμπάν οδήγησε σε μια κατάσταση σύγχυσης την Ουάσιγκτον και την Δύση, οπότε σε ποια πλάνα θα καταλήξουν;

Εξακολουθεί το κίνημα να είναι το ίδιο ή έχει αλλάξει για να γίνει πιο ανοιχτό; Ερωτήματα που αναμφίβολα επιβεβαιώνουν ότι οι Ταλιμπάν σήμερα δεν είναι μόνο πιο ισχυροί στρατιωτικά, αλλά και πιο επιτήδειοι πολιτικά.