The New Arab – 19/07/2021
Ανάλυση: Κάποτε στενός συνεργάτης στη Βόρεια Αφρική, οι δεσμοί Ελλάδας-Λιβύης διαλύθηκαν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Τώρα, η Αθήνα θέτει τις βάσεις για να γίνει βασικός παίκτης στο μέλλον της χώρας.
Σε μια κίνηση που μπορεί να εξέπληξε πολλούς εξοικειωμένους με το έργο του Αραβικού Συνδέσμου, ο Γενικός Γραμματέας Ahmed Aboul Gheit ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα την υπογραφή πρωτοκόλλου που θα καταστήσει την Ελλάδα μέλος παρατηρητή. Στην πράξη, αυτό δεν θα μεταφραστεί σε κάποια σημαντικά βήματα, αλλά στη γλώσσα της πολιτικής επιβεβαιώνει ότι η Αθήνα είναι πιο ανοιχτή από ποτέ στην ανάπτυξη σημαντικών σχέσεων με χώρες της περιοχής, που εκτείνονται από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Κόλπο.
Όσον αφορά τις νομικές πτυχές, η Αθήνα υπέγραψε Μνημόνιο Συνεργασίας με τον Αραβικό Σύνδεσμο, το οποίο υποστηρίχθηκε από την Αίγυπτο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) ελλείψει αντιρρήσεων από τα άλλα κράτη μέλη. Φαίνεται ότι οι σχέσεις Ελλάδας-Αιγύπτου είναι η προτεραιότητα αυτής της διακήρυξης. Από στρατιωτικής απόψεως, οι δύο χώρες μοιράζονται πολλές συμφωνίες υπό το φως των συνεχιζόμενων κοινών ασκήσεων, ενώ η πολιτική σύγκλιση είναι εμφανής λόγω της γεωγραφικής τους εγγύτητας.
Στη Λιβύη, μετά την πτώση του προηγούμενου καθεστώτος με επικεφαλής τον δικτάτορα Μουαμάρ Καντάφι, η Ελλάδα υπέστη ένα σοβαρό οικονομικό πλήγμα στη χώρα και έκλεισε την πρεσβεία της λόγω των ταχέων και απρόβλεπτων εξελίξεων κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Σήμερα, η Αθήνα θεωρεί την χώρα ως σημαντικό μέρος της εξωτερικής της πολιτικής, με μεγάλες προσδοκίες για μελλοντικές σχέσεις.
Παρά την απουσία της κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι σχέσεις Ελλάδας-Λιβύης επανήλθαν στο προσκήνιο μετά την υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης (MoU) μεταξύ της κυβέρνησης της Εθνικής Συμφωνίας (GNA) στην Τρίπολη και της Τουρκίας στα τέλη του 2019. Το μνημόνιο περιλάμβανε μια συμφωνία για την ασφάλεια και την στρατιωτική συνεργασία που άνοιξε το δρόμο για την τουρκική στρατιωτική επέμβαση και χάραξε τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των δύο χωρών ως μέρος των οικονομικών τους σχέσεων, γεγονός που ώθησε την Αθήνα να απελάσει τον Λίβυο πρέσβη τότε. Ωστόσο, το μνημόνιο χρησίμευσε επίσης ως μια σπίθα για την αναζωογόνηση των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας-Λιβύης.
Τους τελευταίους έξι μήνες, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών επισκέφθηκε διάφορες πόλεις της Λιβύης, όπως το Τομπρούκ, όπου στεγάζεται το κοινοβούλιο της Λιβύης, την Βεγγάζη, έδρα του στρατηγού Χαλίφα Χάφταρ και την Τρίπολη, έδρα της προσωρινής κυβέρνησης. Οι Λίβυοι αξιωματούχοι έχουν επισκεφθεί επίσης την Αθήνα ανταποκρινόμενοι σε επανειλημμένες ελληνικές προσκλήσεις.
Τον Απρίλιο, ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε ξανά την πρεσβεία της χώρας του στην Λιβύη και προέτρεψε την επαναφορά των σχέσεων που επιδεινώθηκαν από το τουρκικό μνημόνιο, λέγοντας: “Ήρθε η ώρα να αφήσουμε πίσω ό, τι έχει δοκιμάσει τις σχέσεις μας στο παρελθόν”.
Υπάρχουν δύο βασικά ζητήματα που απασχολούν την Ελλάδα όσον αφορά στη Λιβύη. Πρώτον, η Αθήνα θέλει να ακυρωθεί το μνημόνιο συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης. Δεύτερον, η Ελλάδα θεωρεί την παρουσία της Τουρκίας στη Λιβύη ως απειλή για τα συμφέροντά της στη Μεσόγειο, καθώς χρησιμεύει ως μέσο πίεσης σε οποιαδήποτε μελλοντική ηγεσία της χώρας και δίνει στην Άγκυρα μοχλό στην μελλοντική λήψη αποφάσεων.
Ωστόσο, οι θέσεις της Ελλάδας έχουν αντιμετωπισθεί με μια χλιαρή αντίδραση από την προσωρινή κυβέρνηση της Λιβύης, η οποία τόνισε τα συμφέροντα της χώρας όσον αφορά στα θαλάσσια σύνορά της, κάτι που πολλοί ερμηνεύουν ως υποστήριξη του τουρκικού μνημονίου συνεργασίας. Η Αθήνα, με τη σειρά της, θεώρησε αυτήν την απάντηση ως ένα κίνητρο για να στραφεί στην ανατολική Λιβύη, όπου βρίσκεται το κοινοβούλιο και ο ηγέτης του Εθνικού Στρατού της Λιβύης (LNA) Χάφταρ.
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, o πρόεδρος του κοινοβουλίου της Λιβύης Aguila Saleh Issa έφτασε στην Αθήνα για επίσημη επίσκεψη που παρατάθηκε για δύο ημέρες. Οι επίσημες δηλώσεις του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών αντικατοπτρίζουν την σημασία που αποδίδει η Αθήνα στον Σάλεχ και τον ρόλο του στο μέλλον της Λιβύης και των ελληνο-λιβυκών σχέσεων. Η επίσκεψη θεωρήθηκε από πολλούς Έλληνες πολιτικούς ως ιδιαίτερα σημαντική διότι επιβεβαίωσε την υποστήριξη της Ελλάδας στην ανατολική Λιβύη υπό το φως της σύγκλισης θέσεων και της εχθρότητας απέναντι στην τουρκική παρουσία στο λιβυκό έδαφος. Αυτή η διπλωματική προσέγγιση συνοδεύτηκε επίσης από σημαντικές οικονομικές εξελίξεις.
Κατά τνη διάρκεια επίσκεψης ανώτερου αξιωματούχου του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών στην λιβυκή πόλη Τομπρούκ πριν από λίγους μήνες, συμφωνήθηκε να προωθηθούν διάφορα επενδυτικά σχέδια μεταξύ των δύο πλευρών, συμπεριλαμβανομένων έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Πρόκειται για ένα έργο που είχε συμφωνηθεί από το 2017, ωστόσο, η πολυπλοκότητα της ασφάλειας της Λιβύης οδήγησε σε καθυστέρηση στην εφαρμογή του. Το σίγουρο είναι ότι η Αθήνα δίνει έμφαση πρόσφατα στην συνεργασία της με την ανατολική Λιβύη και είναι σαφές ότι αυτή η επίσκεψη πέτυχε τον στόχο της.
Η οικονομική συνεργασία ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή των ελληνο-λιβυκών σχέσεων. Πριν από την έναρξη των εξεγέρσεων της Αραβικής Άνοιξης το 2011, το εμπορικό ισοζύγιο μεταξύ των δύο χωρών ήταν περίπου δύο δισεκατομμύρια ευρώ, καθιστώντας τη Λιβύη τον σημαντικότερο εταίρο της Βόρειας Αφρικής για την Ελλάδα. Ακόμη και με την Αίγυπτο, το εμπορικό ισοζύγιο υπολογίζεται σε λιγότερο από ένα δισεκατομμύριο ευρώ. Η πτώση του καθεστώτος του Μουαμάρ Καντάφι και η είσοδος της χώρας σε φάση οικονομικής αστάθειας και ασφάλειας επηρέασε σημαντικά το επίπεδο των οικονομικών σχέσεων με την Ελλάδα και μεταξύ 2014 και 2019 σημειώθηκε δραματική μείωση των ελληνικών εξαγωγών. Τα πράγματα βελτιώθηκαν κάπως το 2020.
Η Λιβύη είναι ένα πολύ ελκυστικό μέρος για τους Έλληνες επιχειρηματίες. Η πίτα ανασυγκρότησης της χώρας αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα για τις ελληνικές εταιρείες, οι οποίες έχουν αρχίσει να επικοινωνούν με την ελληνική κυβέρνηση για να εντείνουν τις διμερείς σχέσεις ώστε να έχουν ένα μερίδιο των κερδών. Φυσικά, τα θέματα μετανάστευσης και τρομοκρατίας βρίσκονται επίσης στο τραπέζι μεταξύ των δύο πλευρών, αλλά σε λιγότερο σημαντικό επίπεδο στη δημόσια σκηνή.
Εν ολίγοις, η Αθήνα επιστρέφει δυναμικά στη Λιβύη μέσω διαφορετικών πολιτικών σχέσεων μεταξύ ανατολής και δύσης της χώρας και οικονομικών σχέσεων που μπορούν να αναπτυχθούν. Όσον αφορά στην ελληνική εσωτερική πολιτική, κάθε πρόοδος που σημειώνεται στο θέμα των θαλάσσιων συνόρων μεταξύ των δύο χωρών θα προσθέσει μια διεθνή διαπραγματευτική νίκη για την Ελλάδα εναντίον της Τουρκίας και η σημερινή κυβέρνηση θα είναι σε θέση να την παρουσιάσει ως μια σημαντική νίκη για τη συγκέντρωση νέων δεξιών εθνικιστικών εκλογικών ψήφων.
Στη σκιά της ύφεσης της ελληνικής οικονομίας λόγω του Covid-19, τυχόν ελληνικά έργα στη Λιβύη θα είναι ένα βήμα έξω από ένα σκοτεινό τούνελ καθώς η Αθήνα επανατοποθετείται σε μια πλεονεκτική κατάσταση. Αυτή η αισιοδοξία θα συνδεθεί σταθερά με το πολιτικό μέλλον της Λιβύης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ελλάδα βλέπει την ανάγκη να αυξήσει το επίπεδο συνεργασίας τόσο με το κοινοβούλιο της Λιβύης όσο και με τον Χάφταρ για την διατήρηση των γραμμών επικοινωνίας, ανεξάρτητα από την δυναμική της τοπικής πολιτικής σκηνής.
Όλα θα γίνουν πιο ξεκάθαρα καθώς πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές που έχουν προγραμματιστεί για το τέλος του έτους. Μέχρι τότε, η Αθήνα θα συνεχίσει να ενισχύει τα διαπιστευτήριά της ως βασικού παίκτη στη Λιβύη.