Η σύγκρουση ΗΠΑ/Ιράν: Ο πόλεμος δεν είναι επιλογή


Defence & Security Alert magazine – τεύχος Σεπτεμβρίου 2019

Την 1η Φεβρουαρίου 1979, εκατομμύρια Ιρανών πολιτών ξεχύθηκαν στους δρόμους σηματοδοτώντας την έναρξη της Ισλαμικής επανάστασης. Αυτό το σημαντικό γεγονός δεν επηρέασε μόνο την ιρανική γεωγραφία μόνο, αλλά ήταν ένα σημείο καμπής για την περιοχή της Μέσης Ανατολής στο σύνολό της και την εγκαθίδρυση ενός από τα πιο περίπλοκα συστήματα στον κόσμο. Η Δύση, μέσω του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών, ηγήθηκε ενός πραξικοπήματος εναντίον της επιρροής της στο Ιράν. Αυτό έγινε σαφές από τις πρώτες ενέργειες της ηγεσίας της επανάστασης που έβλαψαν άμεσα την Ουάσιγκτον, όταν λίγες μόνο ημέρες μετά την νίκη της απήχθησαν και κρατήθηκαν όμηροι 52 Αμερικανοί πολίτες μέσα από την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τεχεράνη. Με αυτό το σοβαρό γεγονός άρχισαν τα πρώτα κεφάλαια των αμερικανο-ιρανικών σχέσεων στη σκιά της ισλαμικής επανάστασης του Ιράν.

Διάφοροι παρατηρητές, ειδικοί στα θέματα της Μέσης Ανατολής, διαφωνούν ως προς την ουσία της αμερικανο-ιρανικής σύγκρουσης, στο τί την χαρακτηρίζει και πως αναλύεται. Μπορούμε να πούμε ότι ακόμα και η αντίληψη που έχουν για την σύγκρουση είναι διαφορετική. Διερευνώντας σε βάθος τα γεγονότα στην Μέση Ανατολή από την αρχή της τρέχουσας χιλιετίας, διαπιστώνουμε ξεκάθαρα ότι σε πολλά επίπεδα είναι εμφανής η ύπαρξη σχέσεων, ο συντονισμός, ακόμη και η συνεργασία μεταξύ διαδοχικών κυβερνήσεων των ΗΠΑ αφενός και του ιρανικού καθεστώτος αφετέρου. Μεγάλος αριθμός πολιτικών αναλυτών πιστεύουν ότι το ιρανικό καθεστώς είναι σε μια διαρκή εμπόλεμη κατάσταση με την Ουάσιγκτον από την αρχή της ισλαμικής επανάστασης και βασίζουν αυτήν τους την άποψη στα συνθήματα που εκτοξεύει η μία πλευρά προς την άλλη. Επί παραδείγματι, τα συνθήματα του Ιράν: Θάνατος στην Αμερική και Θάνατος στο Ισραήλ από την μία πλευρά, ενώ από την άλλη ο χαρακτηρισμός του ισλαμικού καθεστώτος του Ιράν ως «άξονας του κακού» από όλες τις αμερικανικές κυβερνήσεις. Η πραγματικότητα, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι ότι η Τεχεράνη και η Ουάσιγκτον είναι δύο χώρες που ενδιαφέρονται για τα συμφέροντά τους. Είτε πρόκειται για συνθήματα, είτε για διαπραγματεύσεις κεκλεισμένων των θυρών ή κάτω από το τραπέζι, είναι μόνο θέμα συμφερόντων και τα ΜΜΕ βλέπουν μόνο μία πλευρά και όχι όλες.

Εξαγωγή της επανάστασης

Ο σημερινός Ιρανός Ανώτατος Ηγέτης Αλί Χαμενεΐ, κατά την διάρκεια ομιλίας του στη δεκαετία του ’90 του περασμένου αιώνα[1], επιβεβαίωσε ότι το πρώτο μάθημα που πήρε από τον ηγέτη της ισλαμικής επανάστασης Χομεϊνί είναι ότι αυτή δεν θα πρέπει να περιορισθεί στον ιρανικό λαό μόνο, αλλά μάλλον θα πρέπει να διαδοθεί ευρύτερα. Αυτό το όραμα δεν ήταν μελάνι σε χαρτί, αλλά απεικονίστηκε στο έδαφος μέσα από τα γεγονότα και τις παραστρατιωτικές ομάδες που δημιουργήθηκαν, υποστηρίχθηκαν και οργανώθηκαν από την ηγεσία της Ισλαμικής επανάστασης. Αυτό είναι σήμερα γνωστό ως εξαγωγή της ιρανικής επανάστασης. Με το προκάλυμμα της θρησκευτικής σέχτας των σιιτών και με το πρόσχημα της κοινής ιστορίας, των στόχων και της ενότητας του πεπρωμένου με γειτονικούς σιιτικούς λαούς, το ιρανικό καθεστώς έχει επεκτείνει την επιρροή του στη Μέση Ανατολή και πέραν αυτής. Στο Ιράκ το κόμμα Αλ Ντάουα, ιρανικής προέλευσης, υποστήριξης και χρηματοδότησης, κυβερνά την χώρα τα τελευταία 16 χρόνια με διαφορετικά ονόματα, όπως “Κράτος Δικαίου”. Στον Λίβανο, σε παλαιότερη ομιλία του ο ηγέτης της πολιτοφυλακής Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα[2] σημείωσε ότι το σχέδιο της οργάνωσής του δεν είναι μόνο να ιδρύσει ένα ισλαμικό κράτος στο Λίβανο, αλλά να είναι μέρος ενός μεγάλου ισλαμικού κράτους υπό την ηγεσία του Ιράν. Η πολιτοφυλακή του κατάφερε, κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, με την στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη του Ιράν, να καταστεί μια σημαντική και επικίνδυνη στρατιωτική δύναμη στη Μέση Ανατολή με την οποία το Ιράν απειλεί τη σταθερότητα της περιοχής εν γένει. Με την έναρξη της συριακής επανάστασης τον Μάρτιο του 2011, η Τεχεράνη πρώτη κινήθηκε για να διασώσει τον Άσαντ παρέχοντάς του χρήματα, όπλα, καύσιμα και μαχητές, κάνοντας την επιρροή του Ιράν πολύ σημαντική. Η δημιουργία της πολιτοφυλακής των Χούτι στην Υεμένη έγινε με απευθείας εντολές της Τεχεράνης, δίνοντας στο ιρανικό καθεστώς στρατηγικό βάθος στη νότια Σαουδική Αραβία, μέσω της οποίας τρομοκρατούνται οι όλες χώρες του Κόλπου.

Το Ιράν στα μάτια του Τραμπ

Η αλλαγή στην αμερικανική πολιτική σκηνή με την επικράτηση των Ρεπουμπλικάνων και επικεφαλής τον Τραμπ, ήταν σαφές ότι δεν ήταν ευτυχής συγκυρία για το Ιράν. Η κατάργηση της πυρηνικής συμφωνίας ήταν το πρώτο βήμα του, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής μετριοπαθών οικονομικών κυρώσεων που εμπόδιζαν την Τεχεράνη να εξάγει πετρέλαιο επιτρέποντας ταυτόχρονα σε οκτώ χώρες να συνεχίσουν να αγοράζουν (Ελλάδα – Ινδία – Τουρκία – Πακιστάν – Κίνα – Νότια Κορέα – Ιαπωνία – Ιταλία) και της δέσμευσης κεφαλαίων και της διακοπής των επενδύσεων του ιρανικού καθεστώτος στην Ευρώπη. Αυτό το βήμα, παρά την αδυναμία του, είχε αντίκτυπο στο ιρανικό καθεστώς και ήταν η αρχή για μεγαλύτερες δυσκολίες. Στις 22 Απριλίου, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάϊκ Πομπέο ανακοίνωσε την ακύρωση της εξαίρεση που δόθηκε στις οκτώ χώρες, σπρώχνοντας το Ιράν σε ένα σκοτεινό τούνελ.

Το σημερινό καθεστώς του Ιράν εξαρτάται από την κεντρική ηγεσία με επικεφαλής τον Ανώτατο ηγέτη Αλί Χαμενεΐ που είναι θρησκευτικός ηγέτης και έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σε οποιαδήποτε πολιτική, στρατιωτική ή οικονομική απόφαση λαμβάνεται από το καθεστώς. Ο Χαμενεΐ διαθέτει δύο πτέρυγες που μοιράζονται τους ρόλους στο πλαίσιο του οράματος και των επιλογών του: την πολιτική υπό την ηγεσία του υπουργού Εξωτερικών Τζαβάντ Ζαρίφ και την στρατιωτική υπό την ηγεσία ενός από των σημαντικότερων στελεχών των Ιρανών Φρουρών της και διοικητή της Δύναμης Quds, Κάσεμ Σουλεϊμάνι. Με βάση τις κινήσεις των δύο αυτών προσώπων μπορεί να διαβαστούν στο σύνολό τους τάσεις του καθεστώτος. Με τη δήλωση του υπουργού Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Μάϊκ Πομπέο για το νέο πακέτο των οικονομικών κυρώσεων στο ιρανικό καθεστώς, το οποίο ακυρώνει την εξαίρεση των οκτώ χωρών να εισάγουν ιρανικό πετρέλαιο, η πρώτη αντίδραση Χαμενεΐ ήταν να στείλει τον Ζαρίφ στη Νέα Υόρκη, ο οποίος προσπάθησε να απευθυνθεί με ηρεμία στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, επιβεβαιώνοντας την απροθυμία της Τεχεράνης για κλιμάκωση και την ετοιμότητά της να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την επίλυση των διαφορών τους. Παρά τους διπλωματικούς του χειρισμούς με τις ΗΠΑ, την Ρωσία και την Κίνα, ο Ζαρίφ επέστρεψε στο Ιράν με άδεια χέρια. Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με τις ΗΠΑ.

Σε μια άλλη ευκαιρία, ο Ζαρίφ πήγε στην Ρωσία για να συναντηθεί με τον Λαβρόφ, προσπαθώντας να αποκομίσει οποιαδήποτε διεθνή υποστήριξη και εμπιστοσύνη. Όμως, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως ήλπιζε. Η Μόσχα είναι ήρεμη μετά τα αποτελέσματα των εκλογών στην Ουκρανία και τα οικονομικά οφέλη που θα αποκομίσει από την απουσία του ιρανικού πετρελαίου από την παγκόσμια αγορά. Επιπλέον, βρίσκεται σε διαβουλεύσεις με το Ισραήλ σχετικά με το αρχείο της Συρίας. Έτσι η Τεχεράνη και η κρίσιμη κατάστασή της δεν είναι σημαντικά για την Μόσχα. Το σημαντικότερο χτύπημα, δε, για το Ιράν και την πολιτική πτέρυγά του που εκπροσωπείται από τον Ζαρίφ, ήρθε από την Ευρώπη. Οι επαφές του με το Παρίσι είχαν μηδενικό αποτέλεσμα.

Επιλογές για ειρήνη και πόλεμο

Φυσικά, η στρατιωτική επιλογή για την Ουάσιγκτον κατά του ιρανικού καθεστώτος, δεν θα είναι ένα πικ-νικ ή σαν οποιονδήποτε προηγούμενο πόλεμο όπως του Ιράκ ή του Αφγανιστάν. Το Ιράν, παρά την αδυναμία του στον αέρα, αλλά έχει ένα οπλοστάσιο  βαλλιστικών πυραύλων μικρού και μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς, ικανών να χτυπήσουν οποιοδήποτε σημείο στην Μέση Ανατολή μετατρέποντάς το σε μια θάλασσα φωτιάς. Δεν πρέπει να ξεχνούμε τα πλοκάμια του Ιράν που συνδέονται ιδεολογικά, στρατιωτικά και οικονομικά με το ιρανικό καθεστώς, τόσο στο Ιράκ (Al Hashd Al Shaabi), στη Συρία (Failaq al-Quds καθώς και μια σειρά παραστρατιωτικών ομάδων που δημιουργήθηκαν από την Τεχεράνη κατά τα τελευταία οκτώ χρόνια), στον Λίβανο (Χεζμπολάχ) ή τη Γάζα (Αλ-Τζιχάντ και Χαμάς) και την Υεμένη (Χούτι). Οποιοσδήποτε πόλεμος κηρυχθεί από την Ουάσιγκτον θα είναι το σημείο μηδέν για αυτές τις πολιτοφυλακές για να ανοίξουν μέτωπα εναντίον των αμερικανικών στρατευμάτων στην περιοχή από τη μία πλευρά και εναντίον των περιφερειακών συμμάχων της Ουάσιγκτον, όπως το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τις βάσεις των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν, το Κατάρ και το Κουβέιτ. Από την άλλη πλευρά, η αεροπορία και το πυραυλικό οπλοστάσιο των ΗΠΑ θα κάνει τις ιρανικές πόλεις και τα στρατόπεδα χώμα και στάχτη, ενώ οι σύμμαχοί τους εντός και εκτός της περιοχής θα είναι μέρος αυτής της σύγκρουσης. Είναι οι πλευρές προετοιμασμένες για την έκβαση ενός τέτοιου πολέμου;

Στον τομέα της ενέργειας, μπορεί να επιβεβαιωθεί ότι περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου εξάγονται καθημερινά από τα κράτη του Κόλπου, και, ως εκ τούτου, κάθε πόλεμος θα σήμαινε την διακοπή αυτών των εξαγωγών. Συνεπώς, η τιμή του βαρελιού θα αγγίξει φανταστικά ύψη, καθώς η Ευρώπη θα χάσει σχεδόν το 35% των εισαγωγών της σε πετρέλαιο και το 40% των εισαγωγών της σε αέριο. Ο πόλεμος θα δημιουργήσει κύματα ή μάλλον θάλασσες προσφύγων που θα βυθίσουν την Ανατολή και τη Δύση για το οποίο κανείς δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη. Θα είναι μια ανθρωπιστική καταστροφή μεγαλύτερη και χειρότερη από αυτήν του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Μια τέτοια κατάσταση θα δημιουργούσε το ιδανικό περιβάλλον για τη εμφάνιση τρομοκρατικών οργανώσεων βάζοντας τον κόσμο σε κατάσταση ανασφάλειας και καταστροφική αστάθεια. Αυτό μπορεί να είναι μόνο ένα μικρό μέρος από τα αποτελέσματα ενός τέτοιου βήματος. Και τα δύο μέρη και η διεθνής κοινότητα εν γένει γνωρίζουν αυτά τα συγκεκριμένα αποτελέσματα, τα οποία τοποθετούν την επιλογή του πολέμου μακριά από το τραπέζι αυτή τη φορά.

Ειρήνη και διπλωματία

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ιρανική διπλωματία εξελίχθηκε εντυπωσιακά, ειδικά με την άφιξη του Τζαβάντ Ζαρίφ στην θέση του υπουργού Εξωτερικών. Ο Ζαρίφ μέσα από την πολιτική του δεινότητα μπόρεσε να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την επίτευξη της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν με τη Δύση και την Ουάσιγκτον, παρά τις εσωτερικές πιέσεις κυρίως των συντηρητικών που πρόσκεινται στον Χαμενεΐ. Επίσης, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τον ρόλο που διαδραμάτισε το ιρανικό λόμπι στην Ουάσιγκτον, το οποίο εργάστηκε και εξακολουθεί να εργάζεται για τον σχηματισμό συμμαχιών εντός του Δημοκρατικού κόμματος των ΗΠΑ στοχεύοντας στην ταχεία πρόληψη της επιδείνωσης της κατάστασης. Προς το παρόν, o Ζαρίφ λειτουργεί στο πλαίσιο των οραματικών ρυθμίσεων του Χαμενεΐ. Οι κινήσεις του στην Ευρώπη, τη Ρωσία και την Κίνα, παρά την απόρριψή των θέσεων των ΗΠΑ από αυτές τις χώρες, επί του εδάφους δεν είναι σε θέση να αλλάξουν το τοπίο. Συνοψίζοντας την διπλωματική γραμμή του Ζαρίφ, βρίσκεται μπροστά σε δύο δρόμους μόνο. Ο πρώτος είναι να συμφωνήσει να διαπραγματευτεί με τους εκπροσώπους της Ουάσιγκτον σε μια ουδέτερη χώρα και να προσπαθήσει να φθάσει σε μια μέση λύση χωρίς να αυξηθούν οι κυρώσεις. Η δεύτερη επιλογή είναι να συμφωνήσει να προβεί σε σημαντικές παραχωρήσεις στο ιρανικό βαλλιστικό και πυρηνικό πρόγραμμα και στη συνέχεια να πραγματοποιήσει άμεσες διαπραγματεύσεις με τους Αμερικανούς μέσα από τις οποίες θα μειώσει τις κυρώσεις και να μπει σε παρατεταμένες διαπραγματεύσεις. Οι προσπάθειες να αποκομίσει η Τεχεράνη κέρδη από την Ευρώπη, την Ρωσία και την Κίνα, ή το λαθρεμπόριο, ή να περιμένει από αυτές τις χώρες να παρακάμψουν την Αμερική, δεν είναι εφικτές. Η μαύρη αγορά ή η μιλιταριστική οικονομία δεν είναι αρκετές για μια χώρα όπως το Ιράν με πληθυσμό σχεδόν 81 εκατομμυρίων και τεράστιες οικονομικές ανάγκες που δεν μπορούν να καλυφθούν από τέτοιες μεθόδους.

Κομβικό σημείο

Πολλοί παρατηρητές και αναλυτές απεικονίζουν την σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν ως ιδεολογική και ορισμένοι την θεωρούν ως σύγκρουση συμφερόντων. Ένα άλλο κομμάτι πιστεύει ότι η σύγκρουση σχετίζεται με την εχθρότητα του Ιράν προς το Ισραήλ. Στην πραγματικότητα, όμως, οι αμερικανο-ιρανικές σχέσεις είναι σαν οποιαδήποτε σχέση μεταξύ δύο χωρών. Σε κάποια σημεία συναντώνται και σε κάποια σημεία διαφωνούν. Στον παρόντα χρόνο, οι δύο κυβερνήσεις συμφωνούν στο αρχείο του Ιράκ και της Υεμένης, ενώ διαφέρουν σε δύο βασικά σημεία: το πρώτο είναι το πυρηνικό πρόγραμμα και οι επιπτώσεις του στο βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, και το δεύτερο είναι αποκλειστικά η ιρανική παρουσία στη Συρία (και αυτή είναι η απαίτηση του Ισραήλ). Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε ιρανική παραχώρηση πέρα από αυτά τα αρχεία δεν θα επηρεάσει τις κυρώσεις και η προσπάθεια για την διάσωση της προηγούμενης πυρηνικής συμφωνίας καθίσταται αδύνατη χωρίς να προστεθούν ουσιαστικές αλλαγές σε αυτά.

Ως εκ τούτου, είναι δυνατόν να πούμε ότι εάν η Τεχεράνη θέλει να δώσει λύση στο πρόβλημα θα πρέπει να προχωρήσει στα ακόλουθα βήματα: θα πρέπει να ανοίξει τις πόρτες των πυρηνικών αντιδραστήρων της, γνωστών και μυστικών, για τους Αμερικανούς και διεθνείς παρατηρητές κατά διαστήματα και συνεχόμενα. Επιπλέον, θα πρέπει να μειώσει τον εμπλουτισμό ουρανίου πολύ πιο κάτω από το προηγούμενο αποδεκτό ποσοστό (3.67). Η Ουάσιγκτον, επίσης, μπορεί να ζητήσει την καταστροφή των στρατιωτικών εγκαταστάσεων που σχετίζονται με το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, ενώ δεν θα δεχθεί να διαθέτει πυραύλους μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς, παρά μόνο πυραύλους τύπου Σκουντ με βεληνεκές 300 χλμ. Τέλος, σε ό,τι αφορά στον φάκελο της Συρίας, το Ιράν θα πρέπει, χωρίς αμφιβολία, να αποσύρει και τον τελευταίο στρατιώτη από το συριακό έδαφος. Πρόσφατα η ισραηλινή κυβέρνηση ζήτησε να τερματιστεί η παρουσία όλων των πολιτοφυλακών από την Συρία, ακόμα και αυτές των Ιρανών Φρουρών της Επανάστασης, όχι μόνο από την Συρία αλλά και εκτός.

“Δάγκωμα των δακτύλων”

Εν κατακλείδι, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί οριστικά την πιθανότητα ολίσθησης της κατάσταση μεταξύ της Τεχεράνης και Ουάσιγκτον προς ανοικτό πόλεμο. Μπορώ, όμως, να διαβεβαιώσω ότι η πιθανότητα αυτή είναι πολύ αδύναμη. Στην παρούσα φάση ο Τραμπ, που προετοιμάζεται για τις επόμενες προεδρικές εκλογές οι οποίες δεν θα είναι εύκολες βάσει των πρόσφατων μετρήσεων, θα είναι πολύ προσεκτικός σε οποιαδήποτε στρατιωτική δράση. Η καλύτερη επιλογή για τις ΗΠΑ είναι οι κυρώσεις και η αναμονή. Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη γνωρίζει πολύ καλά ότι η αναμονή έως τις αμερικανικές εκλογές, ελπίζοντας να χάσει ο Τραμπ, δεν θα είναι οικονομικά συμφέρουσα. Κάθε μέρα που περνά με τις κυρώσεις σημαίνει την απώλεια δισεκατομμυρίων που είναι απολύτως απαραίτητα για το Ιράν. Ως εκ τούτου το πιο πιθανό είναι ότι η Τεχεράνη θα αυξήσει τις προσπάθειές της να σπρώξει τον Τραμπ σε ένα περιορισμένο στρατιωτικό βήμα που θα του μειώσει τις πιθανότητες εκλογικής επιτυχίας, ή θα εντείνει τις προκλητικές ενέργειες στα Στενά του Ορμούζ περιμένοντας να κάνουν οι Αμερικανοί ένα βήμα εναντίον του, ή θα περιμένει να χάσουν την υπομονή τους και θα δεχθούν να καθίσουν στο τραπέζι χαλαρώνοντας τις κυρώσεις. Εν ολίγοις, συμπεραίνουμε ότι αυτή είναι μια μάχη “δαγκώματος των δακτύλων” κατά την αραβική ρήση. Όποιος πονέσει πρώτος θα είναι αυτός που θα υποχωρήσει και η άλλη πλευρά θα είναι ο νικητής.

[1] https://www.youtube.com/watch?v=vWTK0NfFots

[2] https://www.youtube.com/watch?v=q2THSKYXGoU