Ο Μπάϊντεν και η ανατολική Μεσόγειος: ελληνική αισιοδοξία, τουρκική προσοχή


The New Arab – 25/11/2020

Παρά τις δηλώσεις εκατέρωθεν, η επιφυλακτική ηρεμία αιωρείται ακόμα στον εναέριο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου. Ενώ η Αθήνα δεν μπορούσε να κρύψει την αισιοδοξία της για την νίκη του Τζo Μπάιντεν, η σιωπή της  Τουρκίας διεκόπη από το συγχαρητήριο μήνυμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Οι δύο αυτές αντιδράσεις μας δίνουν μια αρχική εικόνα για την μορφή των μελλοντικών σχέσεων των δύο πλευρών του Αιγαίου με τις ΗΠΑ.

Μεταξύ των εορτασμών των ελληνικών ΜΜΕ και της προσπάθειας των τουρκικών ΜΜΕ να επικεντρωθούν στα γεγονότα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ για να αποσπάσουν την προσοχή από το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών, είναι απαραίτητη η ρεαλιστική προσέγγιση και η γεωπολιτική προοπτική για να γίνει αντιληπτή η επίδραση της εκλογής του 46ου Αμερικανού Προέδρου στις εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο.

Πριν την άφιξη του Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο, η Άγκυρα μπόρεσε να συυσσωρεύσει μια σειρά περιφερειακών γεωπολιτικών πλεονεκτημάτων. Στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, η συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου εμπεριέχει τρία ωφέλη για την Τουρκία.

Το πρώτο είναι ότι το Αζερμπαϊτζάν έρχεται ένα βήμα πιο κοντά στην Τουρκία και απομακρύνεται από το Ιράν, με την Άγκυρα να επαναπροσδιορίζεται ως ένας ισχυρός σύμμαχος στον οποίο μπορούν βασιστούν όλες οι όμαιμες χώρες της Κεντρικής Ασίας.

Η στρατιωτική και οικονομική συνεργασία μεταξύ της Άγκυρας και του Μπακού αυξάνεται, ανοίγοντας τον δρόμο για τουρκικές εξαγωγές σε μια νέα αγορά και μπορεί να οδηγήσει στην επαναδιαπραγμάτευση των συμβάσεων του αζέρικου αερίου με χαμηλότερο κόστος . Το τρίτο όφελος είναι για την τουρκική στρατιωτική βιομηχανία. Με αποδεδειγμένες δυνατότητες, ειδικά στον τομέα των μη επανδρωμένων εναέριων οχημάτων (UAVs) για τα οποία θα αυξηθεί η ζήτηση, κάτι που θα επηρεάσει θετικά την τουρκική οικονομία.

Τα επιτεύγματα στο Αζερμπαϊτζάν ενισχύονται από τις πολιτικές συνομιλίες των δύο αντιμαχόμενων πλευρών στην Λιβύη που προχωρούν μεν αργά αλλά θετικά. Όσο η παραίτηση του Τούρκου υπουργού Οικονομικών μονοπωλούσε την διεθνή ειδησεογραφία, η τουρκική λίρα γνώριζε ανάκαμψη, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τις προσδοκίες πολλών οικονομολόγων σίγουρων ότι η νίκη του Μπάϊντεν θα οδηγήσει σε επιταχυνόμενη κατάρρευση της αξίας του τουρκικού νομίσματος. Θα είναι άραγε και οι προσδοκίες των πολιτικών παρατηρητών αντίθετες από τον τρόπο που θα χειριστεί ο Μπάϊντεν τα θέματα με την Άγκυρα;

Στην ανάγνωση της πολιτικής του Δημοκρατικού Κόμματος, υπάρχει μια γενική επικεφαλίδα στο πλαίσιο της οποίας θα λειτουργήσει ο Μπάϊντεν, που είναι: “Ο κύριος εχθρός της Αμερικής είναι η Ρωσία και ο κύριος ανταγωνιστής της είναι η Κίνα”. Αυτή η στρατηγική θα επηρεάσει αναπόφευκτα την πολιτική του Μπάϊντεν έναντι της Άγκυρας.

Σε αντίθεση με τις ανεξάρτητες πολιτικές του Τραμπ, ο Μπάϊντεν θα είναι ένας καλός ακροατής των υπουργείων Εξωτερικών και Άμυνας, τα  οποία αναπόφευκτα θα τον συμβουλεύσουν να μην ανταγωνιστεί την Άγκυρα, η οποία έχει σημαντικό περιφερειακό ρόλο και τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, προς μεγαλύτερη προσέγγιση με τον σημαντικότερο εχθρό της Ουάσιγκτον διεθνώς, την Μόσχα.

Σε αυτήν την βάση, η στρατηγική του Μπάϊντεν θα ισορροπήσει μεταξύ του καρότου και του μαστιγίου. Η διοίκηση των Δημοκρατικών θα χρησιμοποιήσει τον νόμο CAATSA μέσω οικονομικών κυρώσεων εναντίον της Τουρκίας ως μέσο πίεσης και ελέγχου σε τρία ζητήματα. Το πρώτο είναι η συριακή σύγκρουση και η τουρκική παρουσία στα ανατολικά του Ευφράτη. Το δεύτερο είναι η πιθανή ενεργοποίηση S400 από την Τουρκία και το τρίτο η ανατολική Μεσόγειος και οι τουρκικές κινήσεις στο Αιγαίο.

Αυτά τα ζητήματα η Τουρκία θα τα αντιμετωπίσει με προσεκτική διπλωματική γλώσσα, δίνοντας έμφαση στην προστασία της επιρροής της και της εθνικής της ασφάλειας, ιδίως στον φάκελο των κουρδικών πολιτοφυλακών στην ανατολική Συρία. Όσον αφορά στο θέμα της ανατολικής Μεσογείου, η πιο ρεαλιστική προσέγγιση για την Ουάσιγκτον είναι να διατηρήσει τον γερμανικό διαμεσολαβητικό ρόλο στις περίπλοκες συνομιλίες και διαπραγματεύσεις, χωρίς να υπάρξει κάτι διαφορετικό στο πεδίο.

Η Αθήνα, εν τω μεταξύ, ανακοίνωσε νέα απαγόρευση κυκλοφορίας που καλύπτει ολόκληρη την χώρα, μετά την σταθερή αύξηση του αριθμού των ατόμων που έχουν μολυνθεί από τον Covid-19. Αυτά τα αρνητικά νέα ήρθαν παράλληλα με την επιταχυνόμενη πτώση του ελληνικού συστήματος υγείας και τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Σαν να είναι ο Μπάϊντεν ο σωτήρας της Αθήνας, ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης δεν έκρυψε την χαρά του για την νίκη του στις εκλογές, λέγοντας: “Έχουμε κάθε λόγο να καλωσορίσουμε, μαζί με όλους τους εταίρους μας στην περιοχή, την επιστροφή των Ηνωμένων Πολιτειών στον κεντρικό τους ρόλο ως ηγέτης του ΝΑΤΟ”.

Αυτή η προσέγγιση της Αθήνας βασίστηκε στις περσινές δηλώσεις Μπάϊντεν, όταν τόνισε την εχθρότητά του προς την τρέχουσα τουρκική διοίκηση. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση, η οποία οικοδόμησε την εξωτερική της πολιτική σε μία μόνο βάση, δηλαδή για να υποστηρίξει τους συμμάχους, θα είναι λιγότερο ενθουσιώδης και περισσότερο ζορισμένη από τις σχέσεις του Μπάϊντεν με αυτούς τους ίδιους συμμάχους.

Ο Γάλλος πρόεδρος με την λαϊκιστική ρητορική του, ένας από τους σημαντικότερους συμμάχους της Αθήνας, θα αντιμετωπίσει μια δύσκολη πρόκληση με τον Μπάϊντεν, ο οποίος έχει μια πιο ανοιχτόμυαλη κεντρώα προσέγγιση. Και ενώ το Παρίσι επεκτείνει τις σχέσεις του με την Μόσχα στον λιβυκό φάκελο, ο Μπάϊντεν σίγουρα θα εργαστεί για να μειώσει την ρωσική παρουσία εκεί.

Επιπλέον, τα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών θα γίνουν, μαζί με την δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Χασσόγκτζι, εφιάλτης για τους συμμάχους της Αθήνας στις αραβικές χώρες από την Αίγυπτο έως την Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα. Είναι λοιπόν ρεαλιστική η υπερβολική αισιοδοξία της Αθήνας;

Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις ήταν και θα παραμείνουν θετικές κατά την διακυβέρνηση Μπάϊντεν, καθώς η στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών θα συνεχιστεί. Και η σημερινή και η προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση υπό τον Αλέξη Τσίπρα υπέγραψαν συμβάσεις που δίνουν στην Ουάσιγκτον το πράσινο φως για την κατασκευή περίπου πέντε νέων στρατιωτικών βάσεων, οι σημαντικότερες από τις οποίες είναι στο νησί της Κρήτης, στο νότιο άκρο της Ελλάδας, Εξίσου, θα προχωρήσουν και οι συμφωνίες για την αγορά αμερικανικών πολεμικών πλοίων.

Όμως, αυτά είναι τα όρια της υποστήριξης Μπάϊντεν καθώς δεν υπήρξε ποτέ ένθερμος υποστηρικτής της ελληνικής οικονομίας και αυτό δεν θα αλλάξει κατά την διακυβέρνησή του. Όσον αφορά την προσπάθεια ορισμένων να φτάσουν στα άκρα μιλώντας για στρατιωτική υποστήριξη σε έναν πόλεμο με την Τουρκία, αυτά είναι μόνο για τον κίτρινο τύπο.

Πράγματι, το μέγιστο δυνατό όριο υποστήριξης της ελληνικής κυβέρνησης είναι να εμποδίσει ο Μπάϊντεν την Τουρκία από τις έρευνες στην ανατολική Μεσόγειο, αλλά αυτό δεν θα δώσει στην Ελλάδα την κυριότητα αυτών των υδάτων που θα παραμείνουν αμφισβητούμενα και χωρίς οικονομική απόδοση που θα μπορούσε να διασώσει την χώρα από την αναπόφευκτα επερχόμενη οικονομική κρίση.

Ο Μπάϊντεν μπορεί να επιλέξει να κουνήσει το ραβδί μπροστά από τις κινήσεις της Άγκυρας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο και η Άγκυρα μπορεί να επιλέξει να κλιμακώσει την ρητορική και τις κινήσεις της στην περιοχή και να στραφεί σε όλο και περισσότερη στρατιωτικοποίηση. Αν αυτό συμβεί, η Αθήνα θα έχει ένα λόγο να προχωρήσει σε στρατιωτική επιφυλακή και να αυξήσει τον αμυντικό προϋπολογισμό με χρήματα από τις τσέπες των Ελλήνων πολιτών. Αυτό το σενάριο μπορεί να μην υλοποιηθεί, είναι όμως πιθανό ειδικά με μια ελληνική κυβέρνηση που δεν έχει το θάρρος να λύσει με διαπραγμάτευση τις διαφορές της στο Αιγαίο και στο νησί της Κύπρου.

Το πρόβλημα στις δύο όχθες του Αιγαίου δεν ήταν και θα εξακολουθήσει να μην είναι πρόβλημα του Λευκού Οίκου. Αφορά στους πολιτικούς και των δύο πλευρών που το χρησιμοποιούν ως μέσο για να αλιεύσουν εκλογικές ψήφους και να ενισχύσουν την εγχώρια στήριξή τους.