Μια εις βάθος ανάγνωση της ειρηνευτικής συμφωνίας του Αβραάμ


Pulsul Geostrategic – Oct. 01, 2020

Πριν λίγες ημέρες , ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε από τον Λευκό Οίκο την υπογραφή μιας ιστορικής ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ του Κράτους του Ισραήλ αφενός και των χωρών των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Μπαχρέιν, αφετέρου. Αυτή η συμφωνία παρουσιάστηκε από τα αμερικανικά και ισραηλινά μέσα ενημέρωσης αλλά και των δύο αραβικών χωρών, ως η πιο σημαντική των τελευταίων δεκαετιών. Όμως, ως παρατηρητές των θεμάτων της Μέσης Ανατολής, βρισκόμαστε μπροστά από μια δύσκολη δοκιμασία της αποτύπωσής της και της ανάλυσης του τί ακολουθεί, δεδομένου ότι αυτή η ειρηνευτική συμφωνία έγινε μεταξύ χωρών που δεν βρίσκονται σε πραγματική κατάσταση σύγκρουσης ή πολέμου. Ως εκ τούτου για να δούμε τί αντίκτυπο θα έχει και τί θα προσθέσει στη γενικότερη πορεία της Μέσης Ανατολής πρέπει να εξετάσουμε τις λεπτομέρειές της και να διατυπώσουμε διάφορα συμπεράσματα.

Ερευνώντας σε βάθος τα δημοσιεύματα των ισραηλινών εφημερίδων κατά τα τελευταία χρόνια, διαπιστώνουμε ξεκάθαρα ότι το Τελ Αβίβ και το Αμπού Ντάμπι είχαν επαφή και συντονισμό σε πολλούς τομείς για πάνω από δύο δεκαετίες. Αυτή η επικοινωνία είχε την μορφή ανταλλαγής πληροφοριών, όπως στην περίπτωση της δολοφονίας του Mahmoud al-Bahbouh, πολύ σημαντικού ηγέτη των Ταξιαρχιών Al-Qassem, της στρατιωτικής πτέρυγας της παλαιστινιακής πολιτοφυλακής Χαμάς, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα από τη Μοσάντ στις αρχές του 2010. Αυτό το γεγονός αποτέλεσε σημαντικό σημείο καμπής για την συνεργασία μεταξύ των δύο μερών και την εξέλιξή της από το χαμηλό επίπεδο επικοινωνίας των υπηρεσιών πληροφοριών στην σε υψηλό επίπεδο συνεργασία στην ασφάλεια. Σε ό,τι αφορά στο Μπαχρέιν, η επικοινωνία με το Τελ Αβίβ γινόταν με την διαμεσολάβηση του Αμπού Ντάμπι.

Με την επέκταση της Αραβικής Άνοιξης και την αύξηση της στρατιωτικής βίας στη Συρία μετά το 2011, ο συριακός φάκελος αποτέλεσε έναν νέο πόλο επικοινωνίας μεταξύ του Τελ Αβίβ και του Αμπού Ντάμπι μέσω του Μ.Ο.C. (Military Operations Command) ενός στρατιωτικού επιχειρησιακού κέντρου στην Ιορδανία, υπό την ηγεσία της Ουάσιγκτον, στο οποίο οι πιο σημαντικές ενεργές χώρες είναι το Ισραήλ και τα ΗΑΕ. Λόγω του συριακού φακέλου, η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών επεκτάθηκε από τον τομέα της ασφάλειας στον στρατιωτικό συντονισμό σε υψηλότερο επίπεδο. Το πιο σημαντικό σημείο στην ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και των ΗΑΕ ήταν ο αιγυπτιακός φάκελος μετά την ανατροπή του ηγέτη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας Μοχάμεντ Μόρσι και την άνοδο του στρατηγού Σίσι, μέσω της οικονομικής και επικοινωνιακής υποστήριξης από τα ΗΑΕ, σε άμεσο συντονισμό με το Τελ Αβίβ, για να μετατραπεί η Αίγυπτος στο ιδανικό έδαφος για τη σύγκλιση απόψεων μεταξύ των δύο μερών έως την παρουσίαση της συμφωνίας Αβραάμ που υπεγράφη στην Ουάσιγκτον πριν λίγες ημέρες απλά ως ένα πρωτόκολλο, τίποτα περισσότερο.

Σε διεθνές επίπεδο, ο ιρανικός φάκελος αποτέλεσε ακόμα ένα σημαντικό σημείο συντονισμού των δύο χωρών μέσω του λόμπι τους στην Ουάσιγκτον. Οι διπλωματικές αποστολές του Ισραήλ και των ΗΑΕ στην Ουάσιγκτον συνεργάστηκαν στενά για την άφιξη του Τραμπ στην ηγεσία του Λευκού Οίκου, προκειμένου να τον ωθήσουν να εφαρμόσει τις υποσχέσεις του και να αποσυρθεί από την πυρηνική συμφωνία με την Τεχεράνη. Γι’αυτό, όπως επιβεβαιώνουν και πολλές πληροφορίες του Τύπου, το αμερικανικό έδαφος ήταν το καταλληλότερο για μια απευθείας συμφωνία που προσέλκυσε υψηλόβαθμους αξιωματούχους των Εμιράτων και του Ισραήλ.

Έτσι, μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι αυτή η συμφωνία δεν τερμάτισε έναν πόλεμο και δεν θα προσθέσει κάτι νέο στις σχέσεις μεταξύ αυτών των χωρών σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, στην ασφάλεια και την αντικατασκοπεία, αλλά μάλλον επισφραγίζει την προϋπάρχουσα σύγκλιση απόψεων των ηγεσιών τους σε όλους τους φακέλους της Μέσης Ανατολής, ξεκινώντας από Ιράν και φτάνοντας στην Τουρκία και την Μουσουλμανική Αδελφότητα, έως την Αραβική Άνοιξη. Εδώ θα πρέπει να εξετάσουμε πως οι χώρες αυτές αντιμετωπίζουν αυτά τα ζητήματα.

Σχετικά με το ζήτημα των επαναστάσεων και της Αραβικής Άνοιξης, οι απόψεις του Αμπού Ντάμπι και του Τελ Αβίβ συγκλίνουν σχεδόν πλήρως. Οι δύο κυβερνήσεις βλέπουν την Αραβική Άνοιξη ως απειλή για την επιρροή τους και την σταθερότητα στην περιοχή. Τα ΗΑΕ προσπαθούν να δώσουν την εικόνα της εσωτερικής σταθερότητας και καλής οικονομικής κατάστασης, όμως αυτή η εικόνα δεν είναι ολοκληρωμένη. Υπάρχει μια πλευρά στην οποία δεν αναφέρονται ποτέ τα ΜΜΕ των Εμιράτων, καθώς η ηγεσία τους καταδιώκει συνεχώς μέλη του αντιπολιτευτικού κόμματος Al Islah που συνδέονται με το κίνημα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Ο φόβος της επικράτησης αυτού του κόμματος πυροδοτεί το μίσος των Εμιράτων για την Μουσουλμανική αδελφότητα διεθνώς και εξηγεί την στάση του Αμπού Ντάμπι ενάντια στις επαναστάσεις της Αραβικής Άνοιξης, από τις οποίες η μεγαλύτερη κερδισμένη ήταν η Μουσουλμανική Αδελφότητα. Από την άλλη πλευρά, το Ισραήλ βλέπει ότι ο μετασχηματισμός των κρατών του αραβικού κόσμου προς τη δημοκρατία θα οδηγήσει σε μια κατάσταση αστάθειας που με κάθε νέα εκλογή θα μπορούσε να επιφέρει ισχυρές και εχθρικές προς αυτό κυβερνήσεις, ενώ τα δικτατορικά καθεστώτα είναι μια ιδανική επιλογή που μπορεί να συνεργαστεί μαζί τους και να επικοινωνήσει κάτω ή πάνω από το τραπέζι, καθιστώντας το Ισραήλ πιο σταθερό.

Από την άλλη πλευρά, οι δύο χώρες δεν είναι φιλικά προσκείμενες στην σημερινή τουρκική κυβέρνηση, μια ανερχόμενη δύναμη στην περιοχή που προσπαθεί σκληρά να αυξήσει την στρατιωτική και οικονομική της επιρροή  στην Μέση Ανατολή και την Βόρεια Αφρική, γεγονός που την φέρνει σε ευθεία σύγκρουση με το Αμπού Ντάμπι του οποίου επίσης η επιρροή στην Αίγυπτο και την Λιβύη αυξάνεται. Επιιπροσθέτως, η Τουρκία συγκρούεται με το Ισραήλ κυρίως λόγω της σχέσης της με την οργάνωση Χαμάς. Τέλος, το ιρανικό αρχείο μεταξύ του Αμπού Ντάμπι και του Τελ Αβίβ είναι το πιο περίπλοκο και σημαντικό για όλα τα μέρη γι’αυτό πρέπει να το παρουσιάσουμε και από τις δύο πλευρές.

Αρχικά, οι απόψεις πολλών ειδικών στα θέματα της Μέσης Ανατολής διχάζονται για τις σχέσεις μεταξύ της Τεχεράνης αφενός και του Αμπού Ντάμπι και του Τελ Αβίβ αφετέρου. Κάποιοι θεωρούν ότι οι δύο χώρες αντιτίθενται στην αυξανόμενη επιρροή της Τεχεράνης στην περιοχή, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι υπάρχει άμεση ή έμμεση συνεργασία μεταξύ τους για την επίτευξη των συμφερόντων τους. Με βάση αυτά, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω την προσωπική μου άποψη για τα αποτελέσματα της ειρηνευτικής συμφωνίας του Αβραάμ στην Μέση Ανατολή, η οποία μπορεί να διαφέρει από τις προαναφερόμενες.

Στην πραγματικότητα, οι σχέσεις μεταξύ του Ιράν με το Ισραήλ και τα ΗΑΕ είναι ιδιαίτερα περίπλοκες και αλληλένδετες. Παρά τις μεγάλες προσπάθειες που κατέβαλε το λόμπι των Εμιράτων στην Ουάσιγκτον για την υποστήριξη της έλευσης του Τραμπ στον Λευκό Οίκο και τον τερματισμό της πυρηνικής συμφωνίας με την Τεχεράνη, το Αμπού Ντάμπι αποτελεί την πιο σημαντική διέξοδο του ιρανικού καθεστώτος για την αποφυγή των αμερικανικών κυρώσεων. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του 2019, οι συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών ήταν περίπου 13,9 δις δολάρια. Επίσης, το Αμπού Ντάμπι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη στήριξη του καθεστώτος Άσαντ, του οργάνου της Τεχεράνης στην Συρία, οικονομικά και διπλωματικά. Ως εκ τούτου τα αποτελέσματα της συμφωνίας του Αβραάμ στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών δεν είναι ακόμη σαφή, καθώς η Τεχεράνη χρειάζεται το Αμπού Ντάμπι οικονομικά, αλλά είναι πιο πιθανό ότι θα επαναπροσιοδρίσει σταδιακά το επίπεδο αυτής της οικονομικής συνεργασίας έως ότου γίνουν σαφείς οι προθέσεις του Αμπού Ντάμπι προς αυτήν στο μέλλον.

Όσο για το Τελ Αβίβ, παρά την φαινομενική εικόνα εχθρότητας, δεν σημαίνει ότι επιθυμεί πόλεμο με την Τεχεράνη. Όντως, η πραγματικότητα επιβεβαιώνει ότι η ισραηλινή κυβέρνηση στην παρούσα φάση θέτει δύο βασικούς όρους για να ανοίξει μια νέα σελίδα με την Τεχεράνη. Ο πρώτος είναι να τερματιστεί οποιοδήποτε ιρανικό στρατιωτικό πυρηνικό σχέδιο και ο δεύτερος είναι η απόσυρση από το συριακό έδαφος των ιρανικών δυνάμεων και των ιρακινών, αφγανικών και πακιστανικών πολιτοφυλακών που υποστηρίζονται από αυτές. Γενικά, όμως, το Ισραήλ δεν προσανατολίζεται προς την αλλαγή του ιρανικού καθεστώτος και είναι δεκτικό στην ιρανική παρουσία στο Ιράκ και την Υεμένη.

Όσο για το Μπαχρέιν, το σκηνικό μπορεί να επηρεαστεί περισσότερο από τα αποτελέσματα της συμφωνίας του Αβραάμ. Το Ιράν θα θεωρήσει ότι αυτή η συμφωνία είναι μια πύλη για το Ισραήλ να φτάσει στον Αραβικό Κόλπο μέσω του εδάφους του Μπαχρέιν και από εκεί προς τις ιρανικές ακτές. Αυτός ο φόβος θα ωθήσει το Ιράν να επανεκτιμήσει την κατάσταση στον Κόλπο. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τεχεράνη μπορεί να εντείνει την συνεργασία με την αντιπολίτευση του Μπαχρέϊν και να κινηθεί προς την δημιουργία ενός στρατιωτικού βραχίονα, παρόμοιου με την πολιτοφυλακή της Χεζμπολάχ στο Λίβανο ή με τους Χούτι στην Υεμένη.

Εν κατακλείδι, αυτή η συμφωνία δεν θα επιφέρει κάποια θεμελιώδη αλλαγή στην περιοχή εν γένει. Οι Παλαιστίνιοι εξακολουθούν να βρίσκονται σε κατάσταση εχθρότητας με το Ισραήλ και οι ρουκέτες των Χαμάς και Τζιχάντ εξακολουθούν να αποτελούν διαρκή απειλή για το εσωτερικό του.  Από την άλλη πλευρά, η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να θερμαίνει το μέτωπο στο βόρειο Ισραήλ θέτοντάς το σε διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάγκης και η Τεχεράνη είναι βαθιά ριζωμένη στη Συρία. Η ουσία, λοιπόν, αυτής της συμφωνίας είναι τί προσφέρει προσωπικά στον Τραμπ ενόψει των αμερικανικών προεδρικών εκλογών και στον Νετανιάχου ο οποίος θα παρουσιαστεί στο Ισραήλ ως ο άνθρωπος που γράφει ιστορία.

Επομένως, πολλή φασαρία για το τίποτα.