Η συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου στοχεύει να μπλοκάρει τα μεσογειακά σχέδια της Τουρκίας


The New Arab – 12.08.2020

Στις αρχές του μήνα, οι υπουργοί Εξωτερικών της Αιγύπτου και της Ελλάδας υπέγραψαν στο Κάϊρο συμφωνία για ένα προκαταρκτικό σχέδιο των θαλάσσιων ορίων μεταξύ των δύο χωρών στη Μεσόγειο. Ο χάρτης, ο οποίος δημοσιεύθηκε με αυτήν την ανακοίνωση, έδειξε ότι η συμφωνία ήταν στην πραγματικότητα μερική και στερείται βασικών λεπτομερειών. Ενώ ορισμένοι εξεπλάγησαν από την ταχύτητα της ανακοίνωσης, η αλήθεια είναι ότι οι διαβουλεύσεις μεταξύ των δύο χωρών χρονολογούνται από την εποχή του πρώην Προέδρου της Αιγύπτου Χόσνι Μουμπάρακ. Στη συνέχεια επέστρεψαν στην πρώτη γραμμή στα τέλη του 2014, ενώ σχεδόν πήραν και πάλι μορφή στις αρχές του 2018.

Όμως, αυτό που προκαλεί μεγαλύτερη έκπληξη είναι ο χρόνος αυτής της συμφωνίας, η οποία ήρθε λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση ότι η Άγκυρα θα σταματούσε όλες τις ερευνητικές της δραστηριότητες στην ανατολική Μεσόγειο, μετά την γερμανική πρωτοβουλία ηγουμένης της κας Μέρκελ να ελέγξει την ένταση μεταξύ των δύο γειτόνων και να ανοίξει ένα παράθυρο για έναν νέο γύρο διαπραγματεύσεων. Αυτή η ξαφνική συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου είναι η σπίθα που θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω εντάσεις, και ενδεχομένως συγκρούσεις, στην ανατολική Μεσόγειο.

Οι διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν υπό τον Μουμπάρακ ήταν περίπλοκες, ανέφεραν πρώην αξιωματούχοι του ελληνικού υπουργείου Ενέργειας στο The New Arab, με το Κάϊρο να διατυπώνει υψηλές απαιτήσεις για την επίτευξη μιας συνολικής συμφωνίας. Υπό από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι οι συνομιλίες έγιναν πολύ πιο ομαλές, με το Κάϊρο να κάνει παραχωρήσεις για την οριοθέτηση των συνόρων στις διαπραγματεύσεις του 2014. Εκείνη την εποχή, ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση αντιμετώπισε πιέσεις από την Ευρώπη και ανέβαλε όλες τις συζητήσεις.

Το θέμα άνοιξε ξανά στις αρχές του 2017, καθώς οι συνομιλίες συνεχίστηκαν με το ίδιο μοτίβο παραχωρήσεων της Αιγύπτου, προκειμένου να ξεκινήσουν γρήγορα τις εξερευνήσεις φυσικού αερίου και πετρελαίου. Εκείνη την εποχή, η ελληνική πλευρά έδειξε αναβλητικότητα σχετικά με την απροθυμία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με επικεφαλής τον Αλέξη Τσίπρα να αυξήσει τις εντάσεις με την Άγκυρα. Αυτή η ελληνική επιβράδυνση και έλλειψη σοβαρότητας έχει πλέον αλλάξει με τη νέα διοίκηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ωστόσο, έρχεται σε λάθος στιγμή.

Σήμερα, η ελληνική κυβέρνηση επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το Παρίσι. Ο Πρόεδρος Εμμανουήλ Μακρόν ανέλαβε τα ηνία στη Γαλλία σε μια εποχή που η Ευρώπη δεν είχε ξεκάθαρο ηγέτη, με τους Βρετανούς να αποβιβάζονται από το ευρωπαϊκό πλοίο και την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ της Γερμανίας που αντιμετωπίζουν εσωτερικές διαιρέσεις και θέματα υγείας.

Η Ελλάδα εκείνη την εποχή απαιτούσε επείγουσα ευρωπαϊκή στήριξη, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά, υπό το πρίσμα του αυξανόμενου περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας, και ο Μητσοτάκης, πρωθυπουργός από τον Ιούλιο του 2019, στράφηκε στη Γαλλία στην Ευρώπη, το Ισραήλ σε περιφερειακό επίπεδο και στο Αμπού Ντάμπι στον αραβικό κόσμο. Η αδύναμη θέση που παρουσίασε η ελληνική κυβέρνηση αξιοποιήθηκε από το Παρίσι για να ελέγξει λεπτομερώς την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Η Ελλάδα, για πρώτη φορά, πήρε θέση σε συγκρούσεις εντός της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, στέλνοντας μια συστοιχία Patriot και δυνάμεις στην ανατολική Σαουδική Αραβία και υποδεχόμενη τον στρατηγό Haftar για να του δώσει διπλωματική κάλυψη σε συντονισμό με το Παρίσι. Τέλος, το πιο σημαντικό ήταν η ανακοίνωση της οριοθέτησης των θαλάσσιων συνόρων με την Αίγυπτο ως μέρος του σχεδίου Γαλλίας-Εμιράτων για να ασκήσουν πίεση στην Τουρκία στην λιβυκή σύγκρουση.

Τον Ιούνιο, όταν οι δυνάμεις της κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης προχώρησαν προς την Σύρτη, κοντά στην πιο σημαντική οικονομική και γεωπολιτική περιοχή της Λιβύης, οι σύμμαχοι του στρατηγού Haftar στο Παρίσι, το Αμπού Ντάμπι και τη Μόσχα ένιωσαν ότι η χώρα είχε αρχίσει φεύγει από την σφαίρα επιρροής τους δεδομένης της μεγάλης τουρκικής, στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής υποστήριξης στην κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας στην Τρίπολη. Αυτή η εξέλιξη τους ώθησε σε δράση.

Η πρώτη κίνηση ήταν από το Κάϊρο, του οποίου ο ηγέτης ανακοίνωσε με την αιγυπτιακή κυβέρνηση να εγκρίνει στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη με το πρόσχημα της προστασίας της εθνικής ασφάλεια της Αιγύπτου. Αυτό το βήμα ήρθε υπό την πίεση των Εμιράτων και στο πλαίσιο των υποσχέσεων ότι η οικονομικά κουρασμένη αιγυπτιακή κυβέρνηση θα έχει μερίδιο από τη λιβυκή πίτα.

Η δεύτερη κίνηση έγινε από τη ρωσική πλευρά, η οποία βλέπει τον τελευταίο καιρό να αυξάνεται η ένταση στην βόρεια Συρία, κυρίως γύρω από την επαρχία Ίντλιμπ. Η Μόσχα προωθεί περισσότερες δυνάμεις του συριακού καθεστώτος στην περιοχή γύρω από το Ίντλιμπ, στέλνοντας ξεκάθαρο μήνυμα στην Τουρκία ότι δύναται να περιπλέξει περισσότερο το σκηνικό στη βόρεια Συρία.

Τέλος, η συμφωνία του Καΐρου για την κατάρτιση των θαλάσσιων συνόρων μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου αποτέλεσε την τρίτη κίνηση, υποδαυλίζοντας την ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο και αυξάνοντας τις εξωτερικές πιέσεις στην Άγκυρα σε περισσότερα από ένα μέτωπο.

Στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το ελληνικό κυβερνών κόμμα, η “Νέα Δημοκρατία”, παρουσίασε αυτό το βήμα ως ιστορική νίκη που δίνει λύση σε ένα ζήτημα ηλικίας άνω των δέκα ετών και συμπληρώνει τον χάρτη των θαλάσσιων συνόρων που υπέγραψε η Αθήνα πριν λίγο καιρό με τη Ρώμη. Πολλοί Έλληνες αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν ότι αυτή η συμφωνία θα αποτελέσει ένα σημαντικό ανάχωμα απέναντι στο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο που υπεγράφη στα τέλη του περασμένου έτους.

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι οι αρνητικές επιπτώσεις αυτής της συμφωνίας για την Ελλάδα, εσωτερικά και εξωτερικά, απέχουν πολύ από αυτά που παρουσιάζουν τα επίσημα ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Επί παραδείγματι, δεν καθορίζει, για παράδειγμα, ολόκληρο το σύνορο, αλλά μόνο ένα μικρό μέρος του και μια νέα αιγυπτιακή κυβέρνηση θα μπορούσε να το ακυρώσει και να επιστρέψει σε προηγούμενες ρυθμίσεις.

Επίσης, το σχέδιο δεν περιλαμβάνει το νησί Καστελλόριζο, το οποίο είναι η κορυφή της διαμάχης με την Άγκυρα και δημιουργεί πολλά ερωτηματικά για τους λόγους που η Αθήνα το απαιτεί σθεναρά για τις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία αλλά το απαλείφει από τον χάρτη των συνόρων με την Αίγυπτο. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως μια σημαντική διπλωματική ήττα για την Αθήνα διεθνώς.

Επιστρέφοντας στα βασικά της πολιτικής, η σειρά προτεραιοτήτων είναι αυτή που ελέγχει τις αρνητικές ή θετικές επιπτώσεις οποιασδήποτε κίνησης. Σήμερα που η Ελλάδα είναι κουρασμένη οικονομικά και πολιτικά στη σκιά της κρίσης του Covid19 και του τέλους της τουριστικής περιόδο, η προτεραιότητα πρέπει να είναι να απομακρυνθούμε από τυχόν εξωτερικές εντάσεις.

Η συμφωνία με το Κάϊρο αυτή τη στιγμή δεν θα φέρει κανένα άμεσο όφελος στην Ελλάδα, αλλά μάλλον περιορίζει τις πιθανότητές της για οποιαδήποτε νέα επενδυτικά σχέδια. Επιπλέον, αυτή η κίνηση θα βλάψει την εμπιστοσύνη μεταξύ της Αθήνας και του Βερολίνου, καθώς η έλλειψη σεβασμού της πρώτης στο γερμανικό αίτημα για ηρεμία χαρακτηρίζεται το λιγότερο ως πολιτικά ανωφελής.

Η σκηνή σήμερα είναι εντελώς διαφορετική και πιο επικίνδυνη από ποτέ. Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι δύο χώρες μέλη του ΝΑΤΟ, κάτι που τις εμποδίζει να συγκρουστούν μεταξύ τους. Το να βασίζεται όμως κάποιος σε αυτό για να περιορίσει οποιαδήποτε ένταση, δεν είναι ρεαλιστικό.

Η Τουρκία σήμερα με την αυξανόμενη επιρροή της στην περιοχή νοιώθει υποχρεωμένη να προστατεύσει το κύρος της ακόμη και αν αναγκαστεί να οδηγηθεί σε στρατιωτική σύγκρουση με την γείτονά της. Από την άλλη πλευρά, η ελληνική κυβέρνηση νοιώθει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση από ό,τι πρέπει ότι ο Γάλλος σύμμαχός της θα την προστατεύσει σε οποιαδήποτε μελλοντική στρατιωτική σύγκρουση.

Η πιθανότητα σύγκρουσης για περιορισμένο χρονικό διάστημα είναι ακόμα πιθανή χωρίς νικητή και με μόνο χαμένους  τον τουρκικό και τον ελληνικό λαό.