Η αγωνία του Αιγαίου: Το επικίνδυνο παιχνίδι της Ελλάδας και της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο


The New Arab – 11.09.2020

Από τις άγριες μάχες μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο στη δεκαετία του 1920 έως την κυπριακή διένεξη που ξέσπασε την δεκαετία του 1970, το Αιγαίο πέλαγος υπήρξε πάντα πηγή διαμάχης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Σήμερα, για μια ακόμη φορά επέστρεψε στην κορυφή των διεθνών πρωτοσέλιδων, με δημαγωγικές ομιλίες τόσο στην Αθήνα όσο και στην Άγκυρα αναζωπυρώνοντας μια μακροχρόνια σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών. Ωστόσο, ο ιστορικός ανταγωνισμός είναι ένα πολύ πιο περίπλοκο σύνολο ενεργειακών και γεωπολιτικών ζητημάτων, με το πεδίο μάχης στην Ανατολική Μεσόγειο να εκτείνεται πολύ πέρα από τα σύνορα και των δύο χωρών.

Η σπίθα για τις πρόσφατες εντάσεις ήταν η υπογραφή ενός μνημονίου μεταξύ της Τουρκίας και της κυβέρνησης της Εθνικής Συμφωνίας (GNA) στην Λιβύη τον Δεκέμβριο του 2019, το οποίο αποτελείται από δύο άξονες. Το πρώτο ήταν η επαναχάραξη των θαλάσσιων συνόρων μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, την οποία η ελληνική κυβέρνηση θεώρησε απειλή. Το δεύτερο και τολμηρότερο μέρος του συμφώνου ήταν η κατανόηση για την ασφάλεια  και την στρατιωτική συνεργασία  που επέτρεψε στην Τουρκία να επέμβει στρατιωτικά στον πόλεμο της Λιβύης για να στηρίξει το GNA, φέρνοντας μαζί του ένα σύνολο εχθρών από την Γαλλία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) και την Αίγυπτο.

Ως αποτέλεσμα, η Αθήνα αναζήτησε έναν τρόπο να αποτρέψει την Τουρκία από την επέκταση της επιρροής της στην Ανατολική Μεσόγειο, με την επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στο Παρίσι νωρίτερα φέτος να σηματοδοτεί μια ξεχωριστή καμπή στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Η συνάντηση μεταξύ του Γάλλου προέδρου Εμμανουήλ Μακρόν και του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη αποκρυσταλλώνει νέες πολιτικές και στρατιωτικές σχέσεις μεταξύ Παρισιού και Αθήνας, τις οποίες ο Γάλλος πρόεδρος χαρακτήρισε “πλαίσιο στρατηγικής άμυνας”.

Η γαλλική πλευρά υποσχέθηκε να υποστηρίξει την θέση της Αθήνας εναντίον της Άγκυρας σχετικά με το ζήτημα των θαλάσσιων συνόρων και το κυπριακό και η Αθήνα, σε αντάλλαγμα, συμφώνησε να συντονίσει την εξωτερική και αμυντική της πολιτική σε συνεργασία με το Παρίσι. Δύο ημέρες μετά την συνάντηση, το Παρίσι έστειλε πολεμικά πλοία στις ελληνικές ακτές για να δείξει την υποστήριξη της γαλλικής κυβέρνησης σε έναν Ευρωπαίο σύμμαχο κατά της Τουρκίας, σηματοδοτώντας την πρώτη κλιμάκωση από την Αθήνα εναντίον της Άγκυρας.

Ωστόσο, ήταν στην πραγματικότητα μια γαλλική κλιμάκωση με ελληνικό πρόσωπο και ήταν ένας βασικός λόγος για την κλιμάκωση των περιφερειακών εντάσεων που κορυφώθηκαν με την σημερινή ακραία ρητορική και από τις δύο πλευρές.

Γεωπολιτικές προεκτάσεις

Στην τρέχουσα σύγκρουση, κάθε πλευρά προσπαθεί να επιβάλει την άποψή της πέρα από την σφαίρα του διεθνούς δικαίου, ή σε ορισμένες περιπτώσεις οικοδομώντας νέες διεθνείς σχέσεις. Η ελληνική πλευρά βασίζεται σε δύο στοιχεία.

Πρώτον, χρησιμοποιεί την ιδιότητα του μέλους της στην ΕΕ για να ασκήσει οικονομική πίεση στην Άγκυρα. Η Αθήνα εκμεταλλεύεται επίσης την στάση της κατά την διάρκεια της μεταναστευτικής κρίσης στα σύνορα με την Τουρκία, την λεγόμενη “κρίση του Έβρου”, όταν η Ελλάδα παρουσιάστηκε ως ασπίδα για την Ευρώπη ενάντια στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, απαιτώντας από την ΕΕ να επιβάλει οικονομικές κυρώσεις στην Άγκυρα, της οποίας η οικονομία ήδη υποφέρει.

Το δεύτερο στοιχείο της στάσης της Αθήνας είναι ως μέτωπο για τους κοινούς εχθρούς της Άγκυρας. Η ελληνική κυβέρνηση σήμερα παρουσιάζεται ως προπύργιο κατά της τουρκικής διοίκησης και ως αγωγός για όσους θέλουν να στείλουν μηνύματα πίεσης και απειλών εναντίον της.

Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία κατανοεί την οικονομική ανάγκη της ΕΕ για την τουρκική αγορά. Τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία, πολύ μακριά από την συζήτηση για την ένταξή της στην ΕΕ  η οποία είναι εγκεφαλικά νεκρή, έχει καταφέρει να οικοδομήσει διμερείς σχέσεις υψηλού επιπέδου με χώρες της ΕΕ όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Μάλτα και άλλες.

Αυτές οι σχέσεις αποτελούν προστασία για την Άγκυρα σε οποιαδήποτε ελληνική κίνηση εντός της ΕΕ. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η ελληνική πλευρά δεν επιθυμεί να πάει στο Διεθνές Δικαστήριο (ICJ), το οποίο είναι απίθανο να υιοθετήσει το πλήρες ελληνικό όραμα για το μερίδιό της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Όμως, ενώ οι πολιτικοί και από τις δύο χώρες υπολογίζουν την στάση τους με βάση το περιθώριο ελιγμών που διαθέτουν, ο μεγάλος παίκτης στην Ουάσιγκτον θα μπορούσε κάλλιστα να έχει την τελευταία λέξη. Στον Λευκό Οίκο, εξακολουθεί να επικρατεί αμφισημία σχετικά με την πραγματική θέση των ΗΠΑ σχετικά με τις εντάσεις μεταξύ της Άγκυρας και της Αθήνας, με μια εγκάρδια σχέση που αναπτύχθηκε τους τελευταίους μήνες μεταξύ του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καθώς τα συμφέροντα έχουν ευθυγραμμιστεί με την Λιβύη, την Συρία και την διεθνή τρομοκρατία.

Ωστόσο, οι επερχόμενες προεδρικές εκλογές και η προσωπική ανάγκη του Τραμπ για διεθνή υποστήριξη από χώρες όπως τα ΗΑΕ και το Ισραήλ θα μπορούσε να είναι ένας λόγος για τον Λευκό Οίκο να κλίνει προς την στάση της Αθήνας εναντίον της Άγκυρας. Η απόφαση της Ουάσιγκτον νωρίτερα αυτό το μήνα να άρει το μερικό εμπάργκο όπλων για την Κυπριακή Δημοκρατία θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένα βήμα σε αυτό το μονοπάτι.

Τα όρια της σύγκρουσης

Η τουρκική κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται για οποιαδήποτε κλιμάκωση, ειδικά με την Ελλάδα. Η Άγκυρα έχει ανάγκη να τερματίσει την σύγκρουση στην Λιβύη το συντομότερο δυνατό και να αποκομίσει τις στρατιωτικές της νίκες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αυτή είναι η κορυφαία προτεραιότητά της αυτήν την στιγμή. Εν τω μεταξύ, η νέα ανακάλυψη ενός πεδίου φυσικού αερίου της Μαύρης Θάλασσας από τα τουρκικά πλοία ενίσχυσε την εμπιστοσύνη της τουρκικής διοίκησης, η οποία μεταφράστηκε διπλωματικά στην έγκριση της Άγκυρας για όλες τις γερμανικές πρωτοβουλίες κατάπαυσης του πυρός στην Λιβύη, καθώς και στο να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Αθήνα, μετά την πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ, για την πρόληψη τυχόν στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ των δύο γειτόνων.

Όσο για την Ελλάδα, η επιλογή της Αθήνας δημόσια και κρυφά είναι κλιμάκωση, η οποία μπορεί να αναλυθεί γύρω από τρία στοιχεία. Το πρώτο είναι ότι οι τρέχουσες οικονομικές συνθήκες στην χώρα λόγω του Covid-19 οδηγούν σε βαθιά ύφεση, με οικονομική συρρίκνωση του δεύτερου τριμήνου 15,2%. Η κυβέρνηση θέλει να στρέψει την προσοχή του ελληνικού κοινού θερμαίνοντας τα νερά του Αιγαίου. Η δεύτερη πτυχή είναι η αποκόμιση κομματικών κερδών χρησιμοποιώντας ρητορική μίσους και κλιμάκωση των εντάσεων με την Άγκυρα, παρουσιάζοντάς τα ως νίκες για να αυξήσει την υποστήριξη του κυβερνώντος συντηρητικού κόμματος και να ενισχύσει τις πιθανότητές του στις επόμενες εκλογές.

Τέλος, η Αθήνα πιστεύει ότι η υποστήριξη που της παρέχεται από τους εχθρούς της Άγκυρας θα μπορούσε να αυξήσει πιθανές παραχωρήσεις από την Τουρκία σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις και η πιθανότητα άφιξης των Δημοκρατών στον Λευκό Οίκο θα ευνοήσει την τύχη της Αθήνας.

Κάποιοι μπορεί να δουν τις στρατιωτικές συνομιλίες με την διαμεσολάβηση του ΝΑΤΟ την Πέμπτη ως αρχή να σπάσει ο πάγος και να μειωθούν οι εντάσεις. Ωστόσο, η τρέχουσα πραγματικότητα της σκηνής της Ανατολικής Μεσογείου δεν είναι πλέον μια ελληνοτουρκική σύγκρουση. Αντίθετα, είναι μια σύγκρουση μεταξύ των συμφερόντων μιας περιφερειακά αναπτυσσόμενης χώρας, της Τουρκίας και των χωρών που βλέπουν αυτήν την άνοδο ως επικίνδυνη για την δική τους επιρροή και τα σχέδιά τους στην περιοχή.

Από την άποψη αυτή, η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο συνδέεται τώρα με το μέλλον του πολέμου της Λιβύης. Οι ενέργειες και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου είναι σαν να χορεύουν στην άκρη του γκρεμού και τυχόν εσφαλμένος υπολογισμός ή υπερβολική εμπιστοσύνη θα μπορούσε να οδηγήσει την περιοχή σε έναν αιματηρό πόλεμο στον οποίο δεν υπάρχει νικητής. Η Αθήνα πρέπει να θέσει τα συμφέροντά της και την ασφάλεια του λαού της πάνω από τις γαλλικές υποσχέσεις και η Τουρκία δεν πρέπει να πέσει στις παγίδες του μιλιταρισμού και της κλιμάκωσης.