Η Ελληνο-ιταλική συμφωνία στέλνει σαφές μήνυμα στην Τουρκία καθώς αυξάνονται οι εντάσεις στην Μεσόγειο


The New Arab – 18.06.2020

Σε μια ξαφνική και ταχεία κίνηση, τόσο ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών όσο και ο Ιταλός ομόλογός του, ανακοίνωσαν από την ελληνική πρωτεύουσα ότι οι δύο χώρες κατέληξαν σε συμφωνία για τον καθορισμό των θαλάσσιων συνόρων μεταξύ των δύο χωρών με τρόπο που θα τερματίσει μια διαμάχη που διαρκούσε σαράντα χρόνια. Αυτή η συμφωνία, παρά τη σημασία της, πρέπει να τεκμηριωθεί και να επικυρωθεί από τα κοινοβούλια των δύο χωρών και στη συνέχεια να παρουσιαστεί επίσημα στα Ηνωμένα Έθνη ως έγγραφο εγκεκριμένο από τις δύο χώρες, ώστε συνέχεια ο διεθνής οργανισμός να δημοσιεύσει τους χάρτες του σύμφωνα με αυτό. Και ενώ τα αντι-τουρκικά μέσα ενημέρωσης στην περιοχή πανηγύριζαν αυτήν τη συμφωνία, πολλοί Έλληνες πολιτικοί και πολιτικοί αναλυτές εξέφρασαν τον σκεπτικισμό τους όσον αφορά στις λεπτομέρειές της. Εν μέσω όλων αυτών, πρέπει να σταθούμε λίγο και, στη συνέχεια, να ξαναδιαβάσουμε το τρέχον σκηνικό στη Μεσόγειο γενικά για να κατανοήσουμε τί συμβαίνει και τί μέλλει γενέσθαι.

Αναμφίβολα, αυτή η συμφωνία δεν συνήφθη αυτή τη στιγμή χωρίς αιτία, αλλά μάλλον εμπίπτει στην μεταβλητότητα που επικρατεί στην περιοχή, η οποία συνέβαλε στην επιτάχυνση αυτής της ανακοίνωσης. Πηγές από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών επιβεβαιώνουν ότι οι πρόσφατες άμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας ξεκίνησαν μόλις λίγες εβδομάδες πριν την συμφωνία, κάτι που προκαλεί έκπληξη δεδομένου ότι τέτοιες συμφωνίες απαιτούν μακροχρόνιες συνεδριάσεις διαπραγμάτευσης και την παρουσία ειδικών εμπειρογνωμόνων που θα αναλύσουν ενδελεχώς τις λεπτομέρειες αυτών των διαπραγματεύσεων οι οποίες μπορεί να συνεχιστούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, για χρόνια. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου σχετικά με τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των δύο χωρών, τα οποία συνεχίζονταν από τις αρχές του 2017 έως τις αρχές του 2018 και μέχρι σήμερα οι δύο χώρες δεν έχουν καταλήξει σε μια ολοκληρωμένη συμφωνία, παρά μόνο σε ένα προκαταρκτικό έγγραφο, τίποτα περισσότερο. Είναι, επίσης, βέβαιο ότι η λιβυκή σκηνή επηρεάζει σημαντικά τις εξελίξεις της Μεσογείου γενικότερα.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στο πεδίο και τον στρατιωτικό εναέριο χώρο της Λιβύης επιβεβαιώνουν ότι η Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας που υποστηρίζεται από την Άγκυρα είναι η πλευρά με το πάνω χέρι στη σκηνή της Λιβύης. Οι πολιτοφυλακές του στρατηγού Χάφταρ, που απείχαν λίγα μίλια από την καρδιά της πρωτεύουσας, την Τρίπολη, απωθήθηκαν τουλάχιστον 350 χιλιόμετρα από αυτήν. Η επιταχυνόμενη αλλαγή στο έδαφος αντανακλάται σαφώς στα σχέδια και τις πολιτικές πολλών χωρών που σχετίζονται άμεσα με τα γεγονότα της Λιβύης. Όμως αυτή δεν ήταν η μόνη αλλαγή του τοπικού σκηνικού. Τα νέα που προέρχονται από την Ουάσιγκτον επιβεβαιώνουν ότι ετοιμάζεται να στείλει τον πρέσβη της στην Τρίπολη που είναι ένα ξεκάθαρο και ηχηρό μήνυμα προς την διεθνή κοινότητα που δείχνει ότι οι ΗΠΑ θεωρούν την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας ως την νόμιμη κυβέρνηση της Λιβύης. Μεταξύ των νικών της Τρίπολης και του οράματος της Ουάσιγκτον, η ιταλο-ελληνική επιλογή ήταν να ξεπεράσουν τις διαφορές τους και να σχεδιάσουν τα θαλάσσια σύνορά τους ως προληπτικό βήμα. Εάν η σύγκρουση στη Λιβύη (πολιτικά ή στρατιωτικά) τελειώσει με τη νίκη του Al-Sarraj και της κυβέρνησής του, σίγουρα θα σηκώσει ψηλά τον πήχυ των διαπραγματεύσεών του με τις πλευρές που υποστήριξαν άμεσα ή έμμεσα πραξικοπηματικές πολιτοφυλακές εναντίον της. Σε αυτό το πλαίσιο, πολλοί παρατηρητές άρχισαν να αναρωτώνται για τον λόγο αυτής της αλλαγής στην πολιτική της Αθήνας, η οποία ήταν πάντα μετριοπαθής στις θέσεις της, ειδικά στον φάκελο της Λιβύης.

Είναι σαφές ότι η Αθήνα άρχισε να αντιμετωπίζει την Κυβέρνηση ως εχθρό, ιδίως μετά την υπογραφή του μνημονίου για την αναδιατύπωση των θαλάσσιων συνόρων μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης με τρόπο που δίνει στην Τουρκία δικαιώματα σε αμφισβητούμενες θαλάσσιες περιοχές.

Όμως, αυτό το μνημόνιο κατανόησης περιλαμβάνει πιο ευαίσθητα σημεία και μεγάλο αντίκτυπο στα σχέδια της Ελλάδας στη Μεσόγειο. Στις αρχές του 2019, το Τελ Αβίβ, η Αθήνα και η Λευκωσία ανακοίνωσαν την υπογραφή συνεργασίας τους στο έργο μεταφοράς φυσικού αερίου από το Ισραήλ στη νότια Ευρώπη μέσω της Ελλάδας, στο λεγόμενο Eastmed. Αυτό το τεράστιο έργο θα παράσχει σημαντική οικονομική υποστήριξη σε μια χώρα όπως η Ελλάδα που υποφέρει από μακροχρόνια οικονομική κρίση. Ενώ οι Έλληνες γιόρτασαν αυτό το επίτευγμα, το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο κατανόηση ήρθε να μετατρέψει αυτό το όνειρο σε εφιάλτη. Η συμφωνία μεταξύ της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας και της Άγκυρας στην πραγματικότητα ανοίγει τον δρόμο για την κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού μεταφοράς του αερίου της Λιβύης στην Τουρκία και υποστηρίζει σχέδια για τη δημιουργία θαλάσσιου αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου και πετρελαίου από την Λιβύη προς τη νότια Ευρώπη με τρόπο που καθιστά τον Eastmed επί της ουσίας άχρηστο, δεδομένης και της αφθονίας του ρωσικού αερίου στην ανατολική και βόρεια Ευρώπη. Αυτό μπορεί να εξηγήσει τον πρόσφατα αυξανόμενο θυμό εκ μέρους της Ελλάδας προς την Τουρκία και να εξηγήσει τον λόγο για την ελληνο-ισραηλινή προσέγγιση ενάντια στον “κοινό εχθρό”.

Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, η Αθήνα θεώρησε ότι απειλείται η εθνική της ασφάλεια, κυρίως από την Άγκυρα. Έτσι άρχισε να επανασχεδιάζει εκ βάθρων τις διεθνείς της σχέσεις, υποδεχόμενη τον στρατηγό Χάφταρ και τον πρόεδρό της λιβυκής Βουλής των Αντιπροσώπων στην Αθήνα λίγες εβδομάδες μετά την τουρκο-λιβυκή συμφωνία. Στη συνέχεια αύξησε το επίπεδο συνεργασίας της με την κυβέρνηση του Αμπού Ντάμπι και των Παρισίων (έναν από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους υποστηρικτές του Χάφταρ). Στο ίδιο πλαίσιο, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε, πριν από περίπου ένα μήνα, τον διορισμό Έλληνα απεσταλμένου για την επαφή με το συριακό καθεστώς με το πρόσχημα της ανθρωπιστικής υποστήριξης. Αυτή η αλλαγή σκηνικού στην πολιτική της Αθήνας επιβεβαιώνει ότι η σημερινή συντηρητική κυβέρνηση επέλεξε να είναι μέλος ενός συνασπισμού υπό την ηγεσία του Αμπού Ντάμπι από αραβικής πλευράς και του Παρισιού από ευρωπαϊκής. Από την άλλη πλευρά, η ατμόσφαιρα στην Άγκυρα είναι πιο σταθερή και ήρεμη.

Η Άγκυρα σήμερα δεν είναι η ίδια με την Άγκυρα πριν από την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου 2016. Με μια γρήγορη ανάγνωση του ρόλου της Τουρκίας στον συριακό φάκελο, διαπιστώνει κανείς ότι σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με την Μόσχα στο Ίντλιμπ και κατάφερε, με την σκληρή διπλωματική γραμμή της, ένα πολύ σημαντικό επίτευγμα λαμβάνοντας το πράσινο φως των Αμερικανών για την επιχείρησή της “Πηγή Ειρήνης” στην βορειοανατολική Συρία, με τρόπο που εμφανίζεται ως μια σημαντική περιφερειακή δύναμη. Επιπλέον, με την επιδείνωση της κατάστασης στην Λιβύη, η άμεση τουρκική παρέμβαση προς υποστήριξη της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας ήταν ένας παράγοντας που ανέτρεψε τις ισορροπίες και προσέδωσε διεθνή αξία στην Τουρκία. Η Τουρκία δεν θα είναι η ίδια μετά τη νίκη της στη Λιβύη.

Μετά τί;

Η πρώτη επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού Μητσοτάκη μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας ως αποτέλεσμα της πανδημίας του κορωνοϊού, ήταν το Τελ Αβίβ όπου υπέγραψε συμφωνία στρατιωτικής και οικονομικής συνεργασίας με τον Ισραηλινό ομόλογό του Νετανιάχου. Οι ελληνο-ισραηλινές σχέσεις προχωρούν γρήγορα ως αποτέλεσμα της απογοήτευσης που αισθάνεται η Αθήνα από τους Ευρωπαίους εταίρους της, κυρίως την Γερμανία, που δεν επιδεικνύουν θέληση να την υποστηρίξουν απέναντι στην Άγκυρα. Κατά συνέπεια, το Τελ Αβίβ μπορεί να είναι ο κατάλληλος εταίρος και σύμμαχος απέναντι στον “κοινό εχθρό” που αντιπροσωπεύει η Άγκυρα. Στο ίδιο πλαίσιο, σε μια ακόμα σημαντική επίσκεψη ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Δένδιας θα μεταβεί στο Κάϊρο, καθώς υπάρχουν πληροφορίες για την πρόθεση του Αιγύπτιου προέδρου Σίσι να επιταχύνει την υπογραφή του σχεδίου oριοθέτησης των θαλασσίων συνόρων μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, ως απάντηση των δύο χωρών στις κινήσεις της Άγκυρας στην Μεσόγειο και της πλευράς των υποστηρικτών του Χάφταρ για τις διαδοχικές ήττες των πολιτοφυλακών του κοντά στην Τρίπολη.

Συμπερασματικά, τα πράγματα για την ελληνική κυβέρνηση, παρά τους υψηλούς τόνους των δηλώσεών της, δεν θα χειροτερέψουν. Οι ηγέτες του ΝΑΤΟ, με επικεφαλής την Ουάσιγκτον, δεν θα επιτρέψουν την επιδείνωση της ατμόσφαιρας μεταξύ των δύο γειτόνων, χωρίς αυτό να αποκλείει μια περιορισμένη στρατιωτική ολίσθηση.