Οι αμερικανικές εκλογές και η εκρηκτική κατάσταση της ανατολικής Μεσογείου


The New Arab – 20/10/2020

Μετά από σχεδόν δύο μήνες αμοιβαίας κλιμάκωσης, η Ελλάδα και η Τουρκία τελικά συμφώνησαν να καθίσουν ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τον Σεπτέμβριο για να επιτύχουν μια λύση για τα θαλάσσια σύνορα  και την ΑΟΖ τους στην Μεσόγειο θάλασσα.

Ο ρόλος της Γερμανίας στον τερματισμό της αντιπαράθεσης ήταν κρίσιμος, με το Βερολίνο να μεσολαβεί στην κατάπαυση του πυρός  στην Λιβύη τον Αύγουστο, κάτι που συνέβαλε σημαντικά στη μείωση των εντάσεων στη Μεσόγειο.

Πράγματι, στο έδαφος της Λιβύης υπήρξε σημαντική προσέγγιση μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας. Αυτό αντικατοπτρίστηκε τον περασμένο μήνα σε τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ρετζέπ Ερντογάν και του Γάλλου Προέδρου Εμμανουήλ Μακρόν, στο οποίο και οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να χρησιμοποιήσουν τις διπλωματικές ευκαιρίες για να αποκλιμακώσουν την κατάσταση.

Ενώ αυτή η διπλωματική ύφεση συνέβαλε ώστε και οι δύο πλευρές να απομακρύνουν τις ναυτικές δυνάμεις από το Αιγαίο, η επόμενη φάση της ιστορίας πιθανότατα θα συνδεθεί με τα αποτελέσματα των επερχόμενων εκλογών στις ΗΠΑ.

Πράγματι, η κρίση της Ανατολικής Μεσογείου και το μέλλον των ελληνοτουρκικών συνομιλιών θα επηρεαστούν άμεσα από το εάν ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ επιλέξει μια πολιτική επίλυσης ή κλιμάκωσης.

Όπως έχει δημοσιοποιηθεί, τόσο ο Τζο Μπάιντεν όσο και ο Ντόναλντ Τραμπ έχουν αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Ο Τραμπ επιδιώκει κλιμάκωση με την Τεχεράνη και χρησιμοποιεί το εμπορικό ραβδί ενάντια στο Πεκίνο, με μία σαφή κίνηση για την μείωση των αμερικανικών στρατευμάτων σε όλο τον κόσμο, ειδικά στο Αφγανιστάν, την Συρία και το Ιράκ.

Ο Μπάιντεν, από την άλλη πλευρά, μπορεί να δει την ανάγκη να διατηρηθεί η παρουσία της Αμερικής στην Μέση Ανατολή αυξάνοντας παράλληλα το επίπεδο υποστήριξης των συμμάχων στην περιοχή, ειδικά των Κούρδων.

Ο Μπάιντεν μπορεί επίσης να επιλέξει να επιστρέψει στην πυρηνική συμφωνία με το Ιράν και να μειώσει τις εντάσεις μεταξύ της Ουάσιγκτον και του ιρανικού καθεστώτος με την άρση των οικονομικών κυρώσεων. Αυτή η πολιτική ανομοιότητα επεκτείνεται και στις ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να διεξαχθούν με διάφορους τρόπους.

Ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο

Όπως παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια, η οικονομία ήταν πάντα η πυξίδα του Τραμπ για τον καθορισμό των πολιτικών του προσανατολισμών. Έτσι, στην Ανατολική Μεσόγειο, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ έχει ήδη κάνει τις τελευταίες εβδομάδες σημαντικά βήματα για την οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων.

Η Ουάσινγκτον θεωρεί σημαντικό να επιλύσει εκκρεμή ζητήματα στην περιοχή προκειμένου να ανοίξει μια νέα αγορά για τις αμερικανικές εταιρείες ενέργειας και να κερδίσει επιπλέον μερίδια στους τομείς του φυσικού αερίου και του πετρελαίου. Η οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο των συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεων μεταξύ των κυβερνήσεων του Λιβάνου και του Ισραήλ, με την μεσολάβηση των ΗΠΑ και των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ).

Η ενεργειακή πολιτική ήταν στην κορυφή της ατζέντας του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάϊκ Πομπέο όταν επισκέφθηκε την Κύπρο και την Ελλάδα τον περασμένο μήνα, μαζί με τη λήψη διαβεβαιώσεων ότι η διαφορά πρέπει να επιλυθεί το συντομότερο δυνατόν.

Εάν ο Τραμπ κερδίσει τις εκλογές, θα συνεχίσει με την ίδια πολιτική και έτσι η Ουάσιγκτον θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο πιέζοντας την ελληνική πλευρά να κάνει παραχωρήσεις και να καταρτίσει έναν σαφή χάρτη που θα ανοίξει το δρόμο για την εδραίωση της επιρροής των αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών και την απόκτηση μακροπρόθεσμων συμβάσεων στην περιοχή.

Από την άλλη πλευρά, το ζήτημα του ρωσικού συστήματος S-400 που αγόρασε η Τουρκία είναι το τέλειο μέσο εκβιασμού για την επιβολή παραχωρήσεων, ειδικά για το ζήτημα της Κύπρου.

Παρά τη ρωσική συμφωνία για τους S-400, τις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη βορειοανατολική Συρία και την επέμβαση της Άγκυρας στον πόλεμο της Λιβύης, οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας υπό την κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ήρεμες, με την ανταλλαγή συμφερόντων που αποτελούν την βάση της σχέσης μεταξύ των δύο χωρών.

Ο αντίκτυπος της πιθανής νίκης του Ντόναλντ στις προσεχείς εκλογές μπορεί, επομένως, να είναι θετικός για το μέλλον των ανεπίλυτων ζητημάτων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η προεδρία Μπάιντεν

Ο Δημοκρατικός προεδρικός υποψήφιος Τζο Μπάιντεν δεν απέκρυψε ποτέ την δυσαρέσκειά του για την τρέχουσα τουρκική κυβέρνηση  και τον Ερντογάν προσωπικά, όπως ήταν σαφές πριν από δύο μήνες σε μια διαρροή συνομιλίας στην οποία χαρακτήρισε τον Τούρκο πρόεδρο “αυταρχικό” και συνηγόρησε στην υποστήριξη της τουρκικής αντιπολίτευσης .

Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε μέσω των πρόσφατων δηλώσεών του σχετικά με τις εντάσεις της ανατολικής Μεσογείου, στις οποίες τόνισε την ανάγκη επιβολής αυστηρών κυρώσεων στην Άγκυρα για να την αποτρέψει να κλιμακώσει στο Αιγαίο.

Αυτή η προσέγγιση δείχνει ότι η παρουσία του Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερες επιπλοκές στην ανατολική Μεσόγειο και ενάντια στην τουρκική επιρροή στην περιοχή ειδικότερα.

Παρά την πολιτική του πρώην προέδρου Μπαράκ Ομπάμα έναντι της Άγκυρας και της κυβέρνησης του ΑΚΡ, η οποία βελτίωσε τις σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας και οδήγησε στη συμφωνία των S-400, ο Μπάιντεν φαίνεται να επιμένει να υιοθετήσει την ίδια γραμμή και μάλλον ακόμη πιο σκληρή. Οι επιπτώσεις αυτής της πολιτικής στην ανατολική Μεσόγειο θα μπορούσαν να είναι καταστροφικές.

Οποιαδήποτε αμερικανική κλιμάκωση θα αντιμετωπιστεί με τουρκική αδιαλλαξία, αυξάνοντας επικίνδυνα την θερμοκρασία στο Αιγαίο, κάτι που θα έχει επίσης αντίκτυπο στην ελληνική πλευρά, η οποία δεν θα είναι σε θέση να αποστασιοποιηθεί από την τεταμένη ατμόσφαιρα.

Υποθέτοντας ότι η υποστήριξη του Μπάιντεν για την τουρκική αντιπολίτευση υλοποιείται και επιτυγχάνει πρόωρες τουρκικές εκλογές, η Αθήνα θα πρέπει να λάβει υπόψη τις θέσεις της στην ανατολική Μεσόγειο, οι οποίες είναι πιο ακραίες και συνεπάγονται πιο μαξιμαλιστικές αξιώσεις από αυτές του AKP.

Πέρα από το αποτέλεσμα των εκλογών των ΗΠΑ, υπάρχει ένας και μοναδικός δρόμος για την επίλυση της κρίσης της ανατολικής Μεσογείου: άμεσες διαπραγματεύσεις άνευ προϋποθέσεων και εξωτερικών πιέσεων, που θα οδηγήσουν σε μια ολοκληρωμένη λύση που θα τερματίσει την κατάσταση εχθρότητας.

Οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία θα σηματοδοτήσει την αρχή μιας νέας οικονομικής εποχής για όλα τα μέρη της σύγκρουσης μέσω μη αμφισβητούμενων θαλάσσιων εμπορικών ζωνών που θα τα μετατρέψουν από εισαγωγείς ενεργειακών πόρων σε παραγωγούς και εξαγωγείς.

Ο δρόμος προς μια λύση μεταξύ της Αθήνας και της Άγκυρας είναι συντομότερος εάν δεν περάσει από την Ουάσιγκτον.