Η αλλαγή της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Al-Quds Al-Arabi, φύλλο 9028, σελ. 21, την 01/02/2018

Είναι σημαντικό για εμάς ως ερευνητές πολιτικών θεμάτων, να ξαναδιαβάσουμε την αμερικανική σκηνή και ειδικά τη στρατηγική της. Αυτή η στρατηγική προετοιμαζόταν πάντα από το Υπουργείο Εξωτερικών, το Υπουργείο Άμυνας και τη CIA για να φτάσει στο τραπέζι του Λευκού Οίκου, ο οποίος με τη σειρά του έδινε την έγκριση βάσει της αρχής της πλήρους εμπιστοσύνης στους σχεδιασμούς αυτών των τμημάτων. Ωστόσο, αυτή η έννοια έχει αλλάξει και τα πράγματα δεν έχουν συνοχή εκ μέρους του Λευκού Οίκου. Ήταν κατά την διακυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα που άρχισαν να κινούνται προς το παράλογο και προς το τυχαίο στην τρέχουσα κατάσταση υπό τον Ντόναλντ Τραμπ.

Η Μέση Ανατολή υπήρξε και εξακολουθεί να αποτελεί πηγή μεγάλης σημασίας για τις διαδοχικές διοικήσεις των ΗΠΑ, οι οποίες με τη σειρά τους δημιούργησαν γραφεία και ερευνητικά κέντρα για να διαβάσουν τις εξελίξεις αυτής της περιοχής και να καθορίσουν τις καλύτερες στρατηγικές για την αντιμετώπισή τους. Εάν θέλετε να καθορίσετε την δύναμη των αμερικανικών διοικήσεων και τη νοοτροπία του καθενός, δεν πρέπει να τοποθετήσετε άλλη περιοχή από τη Μέση Ανατολή κάτω από το μικροσκόπιο.

Το 1982, ο πρώην πρόεδρος του Λιβάνου Camille Chamoun ρωτήθηκε για την πιθανότητα διαίρεσης του Λιβάνου μετά την ισραηλινή εισβολή. “Κοιτάξτε το Ιράκ, αν το σχέδιο είναι να διασπαστεί η περιοχή, θα ξεκινήσει από εκεί,” είπε. Είναι γνωστό ότι η έννοια της “Νέας Μέσης Ανατολής” που παρουσιάστηκε από κορυφαίες αμερικανικές προσωπικότητες, με επικεφαλής τον Colin Powell και την Condoleezza Rice, χρησίμευσε ως πυξίδα για την διαχείριση της Μέσης Ανατολής προκειμένου να την αναδιατάξει κατά την δεκαετία του ’90.

Η στρατηγική άρχισε να εφαρμόζεται όταν η κυβέρνηση Τζορτζ Μπους δημιούργησε ζώνη απαγόρευσης πτήσεων πάνω από το έδαφος του Ιρακινού Κουρδιστάν κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά του καθεστώτος του πρώην Ιρακινού Προέδρου Σαντάμ Χουσεΐν και αναπτύχθηκε με την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ και την ανατροπή του καθεστώτος του Μπάαθ στις αρχές του αιώνα. Το Κουρδιστάν του Ιράκ έχει καταστεί σημαντικό κέντρο πληροφοριών και εμπορίου στη Μέση Ανατολή. Η περιοχή κατόρθωσε, επίσης, να οικοδομήσει εμπιστοσύνη και συνεργασία με τους ηγέτες των γύρω χωρών. Αυτή η περιοχή αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του νέου χάρτη της Μέσης Ανατολής, ο οποίος βασίζεται στη διαίρεση των λαών της με ήρεμο και κομψό τρόπο. Η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος θα ωθούσε πολλούς ανθρώπους, μειονότητες και φυλές της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής να κάνουν το ίδιο βήμα, αλλά η κουρδική διοίκηση, η οποία έσπευσε προς την απόσχιση στο τέλος του περασμένου έτους, δεν αντελήφθη ότι η στρατηγική των ΗΠΑ για την περιοχή έχει αλλάξει και ότι η αλλαγή αυτή ξεκίνησε με την δεύτερη προεδρική θητεία του Ομπάμα.

Εν μέσω της αστάθειας της ιρακινής κεντρικής κυβέρνησης της Βαγδάτης, την εξαφάνιση του πραγματικού ρόλου του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία που έγινε εργαλείο στα χέρια των Ιρανών και των Ρώσων και την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Δύσης γενικότερα, οι Κούρδοι ηγέτες που ήταν οργανωμένοι διοικητικά και ανανεωμένοι οικονομικά και στρατιωτικά, βρήκαν την καλύτερη στιγμή για να δηλώσουν την πρόθεσή τους να αποσχισθούν. Αυτές οι ιδανικές περιφερειακές συνθήκες που περιέβαλαν το Κουρδιστάν, οι οποίες ενδέχεται να μην επαναληφθούν, οδήγησαν την διοίκηση της περιοχής να ρισκάρει, αλλά τελείωσε νωρίτερα από ό,τι αναμενόταν και από τους πιο απαισιόδοξους Κούρδους.

Αυτή η αποτυχία, η οποία δεν προήλθε από τη βαθιά επιρροή του Ιράν στο Ιράκ, δεν προκλήθηκε ούτε από την απειλή και τον εκφοβισμό του Ερντογάν και των κυβερνητικών αξιωματούχων του. Ο πραγματικός λόγος είναι ότι η αμερικανική κυβέρνηση, που έθεσε τα θεμέλια για αυτήν την διαίρεση, άλλαξε τη στρατηγική της στην περιοχή. Το σχέδιο της “Νέας Μέσης Ανατολής” βασίζεται στην διαίρεση των χωρών σε μικρότερα κράτη δια της λεγόμενης “στρατηγικής των κρυμμένων δακτύλων” που προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί τον θάνατο, τον εκτοπισμό και την καταστροφή των λαών της περιοχής. Η στρατηγική αυτή βασίζεται στην αρχή της υποστήριξης όλων των πλευρών στις συγκρούσεις και της μετατροπής της περιοχής σε ένα βάλτο που φλέγεται. Επιπλέον, άνοιξε τις πόρτες της περιοχής στην ρωσική αρκούδα εμφανιζόμενη ως υπερδύναμη μέσα από τα ερείπια και το αίμα του συριακού λαού που υποφέρει. Μπορούμε να πούμε ότι αυτό που συμβαίνει τώρα στο Αφρίν είναι αναπόσπαστο μέρος αυτής της στρατηγικής. Η Ταξιαρχία του Al-Mu’tasim της συριακής ένοπλης αντιπολίτευσης εκπαιδεύτηκε από το Πεντάγωνο και αγωνίζεται στην πρώτη γραμμή του μετώπου του Αφρίν, παράλληλα με τον τουρκικό στρατό εναντίον των Μονάδων Προστασίας του Κουρδικού Λαού, οι οποίοι είναι επίσης οπλισμένοι και εκπαιδευμένοι από το Πεντάγωνο των ΗΠΑ.

Μετά την ανάληψη των ηνίων του Λευκού Οίκου από τον Τραμπ και την άφιξη των Ρεπουμπλικανών πολέμαρχων στο Κογκρέσο, εξεπλάγησαν από το μέγεθος της φωτιάς στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, οι εσωτερικές κρίσεις αυτής της διοίκησης, ξεκινώνας από το ρωσικό ρόλο στα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών, που ακόμα συνεχίζονται, την ώθησαν να δεχτεί την πραγματικότητα και να κινηθεί κατά περίπτωση για να έχει τις λιγότερες ζημιές.

Για παράδειγμα, στη περίπτωση της Συρίας, η διοίκηση Τραμπ ανακοίνωσε στις 11 Σεπτεμβρίου το όραμά της, το οποίο στηρίχτηκε σε δύο βασικά σημεία:

Το πρώτο είναι να δεχτεί την επιβίωση της Μόσχας στη Συρία ως τετελεσμένο γεγονός και να προσπαθήσει να επιτύχει έναν συμβιβασμό μαζί της. Ο δεύτερος είναι να κατευνάσει το ισραηλινό λόμπι στην Ουάσινγκτον αποδυναμώνοντας την ιρανική επιρροή στη συριακή αρένα, αλλά στο έδαφος αντιφάσκει. Σταμάτησε να στηρίζει την συριακή ένοπλη αντιπολίτευση που αποτελούσε χαρτί πίεσης στην Μόσχα και το καλύτερο εργαλείο για τον τερματισμό της ιρανικής επιρροής στη Συρία, στηρίζοντας μονομερώς τις κουρδικές πολιτοφυλακές έχοντας επίγνωση της συσχέτισής τους με το ΡΚΚ που χαρακτηρίζεται ως τρομοκράτης από την ίδια διοίκηση και τώρα πληρώνει το τίμημα με ό,τι συμβαίνει στο Αφρίν και ό,τι θα συμβεί αργότερα στο Μάνμπιτζ αλλά και στη συνέχεια.

Ο Τραμπ υποστήριξε τετραπλή κίνηση εναντίον του Κατάρ, ενώ το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών εργάστηκε για την επίλυση αυτής της διαμάχης μέσω των κινήσεων του Τίλερσον στην περιοχή, ενώ το Πεντάγωνο θεώρησε ότι εάν συνεχιστεί και αναπτυχθεί αυτή η κρίση, απειλεί την εθνική ασφάλεια. Αυτή είναι η αμερικανική πραγματικότητα και η αντίληψη και στρατηγική της στην περιοχή. Εάν οι κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής και οι λαοί τους θέλουν να βγουν από το αδιέξοδο, πρέπει να επανασχεδιάσουν τις κινήσεις και τις στρατηγικές τους άμεσα, μακριά από την αμερικανική κυβέρνηση η οποία από μόνη της δεν ξέρει πού να στραφεί.